0%
  • Μάλκολμ Γκρέιβς, ο Παράνομος

    Ο Μάλκολμ Γκρέιβς καταζητείται σε όλα τα βασίλεια, σ' όλες τις πόλεις-κράτη και σ' όλες τις αυτοκρατορίες απ' όπου έχει περάσει. Σκληρός, με σιδερένια θέληση και πάνω απ' όλα ασταμάτητος, έχει μαζέψει πολλές φορές μια μικρή περιουσία (και κάθε φορά τη χάνει), ζώντας από το έγκλημα.
  • Λάβαρα Σπασμένων Γάτζων

    Μια από τις παλιότερες και πιο σκληρές συμμορίες του λιμανιού στο Μπίλτζγουοτερ, οι Σπασμένοι Γάντζοι ορκίζονται παντοτινή πίστη στον Γκάνγκπλανκ. Το όνομά τους προέρχεται από τα τρομερά κυρτά εργαλεία που πολλοί απ' αυτούς χρησιμοποιούν στο κυνήγι θαλάσσιων τεράτων.
  • Η Κυρά με τα Γένια

    Γνωστή και ως Μητέρα των Ερπετών από τους ιθαγενείς των νησιών γύρω από την πόλη, Η Κυρά με τα Γένια είναι η προστάτιδα θεά του Μπίλτζγουοτερ. Οι μύθοι για την θεά είναι γνωστοί εδώ και αιώνες και πάντα ξεκινούν μ' έναν απρόσεκτο ναυτικό που ξεχνά να αποδώσει τον παραδοσιακό φόρο στο Πηγάδι του Ερπετού μετά την αγκυροβόληση του πλοίου του στο Μπίλτζγουοτερ.
  • Ασημένια Ερπετά

    Έμποροι, πραματευτές και κουρσάροι απ' όλη τη Γη των Ρούνων διακινούν καθημερινά πλούτο και αγαθά στο πολύβουο λιμάνι. Κανένας νοήμων άνθρωπος δεν λέει όχι στο χρυσάφι, όποιου άρχοντα το κεφάλι κι αν είναι χαραγμένο στο νόμισμα. Το Μπίλτζγουοτερ, όμως, κόβει κι αυτό τα δικά του νομίσματα, μεταξύ αυτών και τα Χρυσά Κράκεν.
  • Κανόνι χειρός

    Σχετικά φτηνά, αυτά τα ανακατασκευασμένα όπλα είναι δημοφιλή στις μυριάδες συμμορίες του λιμανιού, σε κοινούς ληστές, αλλά και σε νεαρούς κουρσάρους.
  • Πορφυρόσπειρο Στιλέτο

    Κάποιος ήταν διατεθειμένος να δώσει ένα σημαντικό ποσό γι' αυτήν την κοινή λεπίδα από το θησαυροφυλάκιο του Γκάνγκπλανκ. Η προέλευσή του είναι άγνωστη, το ίδιο και η χρήση του.
  • Η αποθήκη

    Η αποθήκη του Γκάνγκπλανκ βρίσκεται στην άκρη μιας αποβάθρας και περιβάλλεται από τρεις πλευρές από νερά γεμάτα καρχαρίες και λεπιδόψαρα, ενώ η τέταρτη φυλάσσεται από τη σκληρή συμμορία της αποβάθρας, τους Κοφτερούς Γάντζους. Είναι γεμάτη με λάφυρα από κάθε γωνιά του κόσμου.
  • Ηττημένοι εχθροί

    Δεν μπορείς να αποκτήσεις τον έλεγχο του Μπίλτζγουοτερ, αν δεν τσακίσεις τους αντιπάλους σου.
  • Τουίστεντ Φέιτ, ο Μέγας Χαρτοπαίκτης

    Ο Τουίστεντ Φέιτ είναι ένας διαβόητος χαρτοκλέφτης και απατεώνας που έχει τζογάρει κι έχει σαγηνέψει τους πάντες σε όλο τον γνωστό κόσμο, γεννώντας αισθήματα μίσους, αλλά και θαυμασμού τόσο στους πλούσιους όσο και στους ανόητους. Σπάνια παίρνει κάτι στα σοβαρά και κάθε μέρα ξυπνά μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο και με ανέμελο στυλ. Με κάθε δυνατό τρόπο, ο Τουίστεντ Φέιτ έχει πάντα έναν άσο στο μανίκι του.
  • Αρχιτεκτονική

    Το Μπίλτζγουοτερ δεν έχει φυσικούς πόρους για κατασκευές και οι κάτοικοί του υποχρεώνονται να αρπάζουν ό,τι μπορούν. Στην αρχιτεκτονική της πόλης βλέπει κανείς συχνά απομεινάρια πλοίων ακόμη και από την Ιονία, τη Ντεμάσια και το Φρέλιορντ.
  • Στόλος της σφαγής

    Κάθε σούρουπο ξεκινούν από το λιμάνι στόλοι για να επιδοθούν στο κυνήγι άγριων θαλάσσιων τεράτων. Πολλοί από αυτούς τους στόλους ανήκουν σε αντίπαλες ομάδες, όπως φαίνεται από τα μοναδικά σύμβολα και τις παραδόσεις τους, και πολεμούν συνεχώς μεταξύ τους για κυριαρχία.
  • Υπόστεγα-σφαγεία

    Μετά από ένα πετυχημένο κυνήγι θαλάσσιων τεράτων, οι στόλοι της σφαγής επιστρέφουν στην Αποβάθρα του Θανάτου, για να αφαιρέσουν το κρέας, τα κόκκαλα και τα θωρακισμένα δέρματα των γιγάντιων πλασμάτων μέσα σ' αυτά τα τεράστια υπόστεγα. Στο Μπίλτζγουοτερ ανθίζει το επικερδές εμπόριο αδενών, οργάνων και εκκριμάτων που προέρχονται από τα ερπετά.
  • Θαλάσσια τέρατα

    Τα γιγάντια θαλάσσια τέρατα αποτελούν διαρκή κίνδυνο στη θάλασσα που περιβάλλει το Μπίλτζγουοτερ και στη διάρκεια των αιώνων έχει αναπτυχθεί μια εμπορική βιομηχανία κυνηγιού και εκμετάλλευσής τους. Ο λόγος που τα τέρατα συγκεντρώνονται γύρω από τα νησιά είναι άγνωστος, αλλά η επίδρασή τους είναι αναντίρρητη.
  • Αρουραίοι της αποβάθρας

    Μια τρομακτική μείξη καρχαρία και αρουραίου, αυτά τα τέρατα είναι μεγαλύτερα από σκύλους και κυνηγούν μεθυσμένους και μοναχικούς ψαράδες τις ασέληνες νύχτες. Συχνά κινούνται σε αγέλες και μπορούν εύκολα να κόψουν μέχρι και ολόκληρο πόδι από άνθρωπο.
  • Σκαλιστός Ταμ Κεντς

    Αναπαραστάσεις του γερο-Ταμ Κεντς βρίσκονται σε πολλά άντρα απληστίας σ' όλο το Μπίλτζγουοτερ. Σύμβολο απληστίας και ελευθερίας χωρίς όρια, το πρόσωπο του Βασιλιά του Ποταμού βρίσκεται παντού: ως χυδαίο γκράφιτι ή ως οδοδείκτης γι' αυτούς που θέλουν να ικανοποιήσουν τις όχι και τόσο λεπτές επιθυμίες τους.
  • Κανόνδολα

    Αυτές οι υπερυψωμένες πλατφόρμες μεταφέρουν αγαθά και κομμένο κρέας, κόκκαλα και λίπος θαλάσσιων τεράτων σε όλα τα νησιά, πάνω σε σκουριασμένες ράγες. Σε μερικές από τις γόνδολες έχουν τοποθετηθεί κανόνια και χάρη σ' αυτά έχουν αποκτήσει το χαρακτηριστικό τους όνομα από τους ντόπιους.
  • Γέφυρα της Σφαγής

    Πρόκειται για μια αρχαία πέτρινη γέφυρα που οδηγούσε στην είσοδο ενός ναού και έχει διατηρηθεί από τύχη. Τώρα συνδέει την Αποβάθρα του Θανάτου με μια απ' τις φτωχογειτονιές του Μπίλτζγουοτερ.
  • Μις Φόρτσουν, η Κυνηγός Επικηρυγμένων

    Θανατηφόρα ομορφιά: Αυτό είναι κάτι που έχει η Μις Φόρτσουν σε περίσσευμα. Μια από τις πιο διαβόητες κυνηγούς επικηρυγμένων του Μπίλτζγουοτερ, η Μις Φόρτσουν έχτισε το μύθο της πάνω σε σωρούς πτωμάτων γεμάτων σφαίρες και πιάνοντας κάθε είδους εγκληματίες. Η βαριά αντήχηση των δυο πιστολιών της στις βρώμικες αποβάθρες και στις παράγκες των φτωχών του λιμανιού σημαίνει πάντα ότι ακόμη ένα συμβόλαιο στον Πίνακα των Καταζητούμενων τελειώνει.
  • Γκάνγκπλανκ, η Μάστιγα των Θαλασσών

    Ο αυτοανακηρυγμένος βασιλιάς του πλιάτσικου, Γκάνγκπλανκ, απρόβλεπτος και εξαιρετικά βίαιος καθώς είναι, κυβερνά το Μπίλτζγουοτερ με βία, φόβο και πανουργία. Όπου κι αν πηγαίνει, σπέρνει τον θάνατο και την καταστροφή και η φήμη του είναι τέτοια που μόλις τα μαύρα πανιά του φανούν στον ορίζοντα, ακόμη κι οι πιο σκληροί ναύτες κατακλύζονται από πανικό.
  • Το Στοίχημα Θανάτου

    Ένα τεράστιο, τρικάταρτο θηρίο, η ναυαρχίδα του Γκάνγκπλανκ είναι ένα από τα πιο διαβόητα πλοία στη Γη των Ρούνων. Το Στοίχημα Θανάτου, που ο Γκάνγκπλανκ «κληρονόμησε» μετά από μια ανηλεή πράξη πατροκτονίας, δεν αποτελεί μόνο σύμβολο της ισχύος του αιμοβόρου καπετάνιου, αλλά είναι και το ίδιο απτή απόδειξη.
  • Σήμαντρα Ερπετών

    Είτε με μαγεία είτε χάρη σ' έναν πανάρχαιο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, τα Σήμαντρα Ερπετών μιμούνται με τη χρήση κούφιων στύλων τα ουρλιαχτά και τα τσιρίγματα των κατοίκων του βυθού, καλώντας τους στην επιφάνεια ή απομακρύνοντάς τους.
  • Ο Βαρκάρης

    Στο Μπίλτζγουοτερ, οι νεκροί δεν θάβονται, αλλά επιστρέφονται στον ωκεανό. Ο Βαρκάρης μεταφέρει τις σορούς των θανόντων στα διάφορα νεκροταφεία που είναι διεσπαρμένα στους πορθμούς που περιβάλλουν την πόλη.
  • Νεκροταφείο

    Τα νεκροταφεία αποτελούνται από αμέτρητες σημαδούρες που επιπλέουν κι είναι δεμένες στα πτώματα των νεκρών. Η ταφή των πλουσίων γίνεται σε πανάκριβα, βυθισμένα φέρετρα κάτω από πολυτελείς ταφόπλακες που επιπλέουν, ενώ οι φτωχοί συχνά δένονται κατά ομάδες σε παλιές άγκυρες κάτω από πλημμυρισμένα βαρέλια.
  • Νερά γεμάτα καρχαρίες

    Η θάλασσα γύρω από την Αποβάθρα του Θανάτου σκοτεινιάζει συχνά απ' το αίμα των σκοτωμένων θαλάσσιων τεράτων. Αυτό προσελκύει καρχαρίες και άλλα σαρκοφάγα στα λιμάνια, προκαλώντας αναταραχή στα νερά.
  • Λάφυρα πολέμου

    Όταν το πλοίο του Γκάνγκπλανκ επιστρέφει στο λιμάνι, φορτωμένο με λάφυρα απ' την τελευταία του πειρατεία ή επιτυχημένη ναυμαχία στ' ανοιχτά, πρώτα δένει στην Αποβάθρα του Θανάτου για να γεμίσει την αποθήκη του καπετάνιου με ακόμη περισσότερα πλούτη.
  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η Αποβάθρα του Θανάτου, Η Δουλειά, Ένας Παλιός Φίλος

Οι αποβάθρες των σφαγείων στη Γειτονιά των Αρουραίων. Η μπόχα αυτού του μέρους δικαιώνει πλήρως το όνομά του.

Παρ’ όλα αυτά, ήρθα εδώ και βρίσκομαι κρυμμένος στις σκιές, εισπνέοντας τη δυσωδία που προκαλεί το αίμα και η χολή των σφαγμένων θαλάσσιων ερπετών.

Χαμηλώνω το γείσο του καπέλου μου, για να κρύψω το πρόσωπό μου και βυθίζομαι βαθύτερα μες στο σκοτάδι, καθώς με προσπερνούν μερικά βαριά οπλισμένα μέλη των Σπασμένων Γάντζων.

Αυτοί οι τύποι φημίζονται για τη βαναυσότητά τους. Σε μια δίκαια μάχη, ίσως και να με νικούσαν, αλλά οι δίκαιες μάχες δεν είναι το στιλ μου, και δεν έχω έρθει εδώ για να πολεμήσω. Όχι αυτή τη φορά.

Τι με φέρνει εδώ, σε μια από τις βρωμερότερες συνοικίες του Μπίλτζγουοτερ;

Το χρήμα. Τι άλλο;

Ήταν στοίχημα με ρίσκο, το να αναλάβω αυτή τη δουλειά μα η ανταμοιβή ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσα να αρνηθώ. Στο κάτω κάτω, παρακολουθώ αυτό το μέρος καιρό τώρα, για να στήσω την τράπουλα υπέρ μου.

Δεν έχω καμία πρόθεση να μείνω για πολύ. Θέλω να μπω και να βγω όσο πιο γρήγορα και ήσυχα γίνεται. Αφού τελειώσει η δουλειά, σκοπεύω να πάρω την πληρωμή μου και να εξαφανιστώ πριν την αυγή. Αν όλα πάνε καλά, θα ‘μαι στα μισά του δρόμου για το Βάλοραν, πριν συνειδητοποιήσει κανείς ότι λείπει το αναθεματισμένο.

Οι μαχαιροβγάλτες στρίβουν στη γωνία του τεράστιου σφαγείου. Αυτό σημαίνει ότι έχω δύο λεπτά μέχρι να επιστρέψουν από την άλλη πλευρά· υπεραρκετός χρόνος.

Το ασημί φεγγάρι γλιστράει πίσω από ένα σύννεφο και σκεπάζει την προβλήτα με σκιά. Σε ολόκληρη την αποβάθρα υπάρχουν διάσπαρτα παρατημένα κιβώτια από τις εργασίες της ημέρας. Παρέχουν καλή κάλυψη.

Διακρίνω σκοπούς στην κορυφή της κεντρικής αποθήκης, σιλουέτες που φρουρούν τον χώρο, κρατώντας βαλλίστρες. Κουτσομπολεύουν, μιλώντας δυνατά, σαν τις γυναικούλες των ψαράδων. Και κουδούνια να φορούσα, πάλι δεν θα με άκουγαν αυτοί οι ηλίθιοι.

Νομίζουν ότι κανείς δεν είναι αρκετά ανόητος, για να έρθει εδώ πέρα.

Ένα πρησμένο πτώμα κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι μου, μια προειδοποίηση τοποθετημένη σε κοινή θέα. Το μεσονύχτιο αεράκι που έρχεται από το λιμάνι κάνει το πτώμα να περιστρέφεται αργά. Άσχημο θέαμα. Το συγκρατεί όρθιο ένας τεράστιος γάντζος, από αυτούς που χρησιμοποιούν για να πιάνουν διαβολόψαρα.

Βαδίζοντας πάνω από μερικές σκουριασμένες καδένες παρατημένες πάνω στην υγρή πέτρα, περνώ ανάμεσα από δύο πανύψηλους γερανούς. Χρησιμεύουν στο κουβάλημα γιγαντιαίων θαλάσσιων πλασμάτων στα σφαγεία, για να τα πετσοκόψουν. Αυτά τα τεράστια εργοστάσια είναι η πηγή της αφόρητης μπόχας που διαποτίζει τα πάντα εδώ πέρα. Θα αναγκαστώ να αγοράσω καινούργια ρούχα, όταν τελειώσει αυτή η ιστορία.

Στην άλλη πλευρά του κόλπου, πέρα από τα γεμάτα δόλωμα νερά των αποβαθρών των σφαγείων, βρίσκονται αγκυροβολημένα δεκάδες πλοία, αχνοφωτισμένα από φανάρια που λικνίζονται απαλά. Ένα από τα σκαριά μού τραβάει την προσοχή· μια τεράστια, πολεμική γαλέρα με μαύρα πανιά. Ξέρω σε ποιον ανήκει αυτό το πλοίο. Όπως ξέρουν και όλοι όσοι βρίσκονται στο Μπίλτζγουοτερ.

Αφήνω στον εαυτό μου να απολαύσει τη στιγμή. Ετοιμάζομαι να κλέψω από τον πιο ισχυρό άντρα αυτής της πόλης. Το να φτύνεις κατάμουτρα τον θάνατο συνοδεύεται πάντα από ένα αίσθημα ενθουσιασμού.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η κεντρική αποθήκη φυλάσσεται καλύτερα κι απ’ την αγνότητα μιας αρχοντοπούλας. Φρουροί τοποθετημένοι σε κάθε είσοδο. Κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Για οποιονδήποτε άλλο εκτός από μένα, θα ήταν αδύνατο να παραβιαστεί τέτοια ασφάλεια.

Τρυπώνω γρήγορα σε ένα σοκάκι απέναντι από την αποθήκη. Είναι αδιέξοδο, λιγότερο σκοτεινό απ’ όσο θα ‘θελα. Αν δεν έχω φύγει μέχρι να επιστρέψει η περίπολος, θα με δουν σίγουρα. Και αν με πιάσουν, στην καλύτερη περίπτωση με περιμένει ένας γρήγορος θάνατος. Όμως, το πιθανότερο είναι να με πάνε σε εκείνον... και αυτό θα σημαίνει έναν πολύ πιο επώδυνο και μακρόσυρτο τρόπο να φύγει κανείς απ’ τη ζωή.

Το μυστικό είναι, όπως πάντα, να μη με πιάσουν.

Τότε είναι που τους ακούω. Οι φουσκωτοί επιστρέφουν νωρίτερα. Μου απομένουν μερικά δευτερόλεπτα το πολύ. Τινάζω ένα τραπουλόχαρτο έξω απ’ το μανίκι μου και το περνάω ανάμεσα στα δάχτυλά μου· μια κίνηση τόσο φυσική για μένα όσο η αναπνοή. Αυτό είναι το εύκολο μέρος, μα δεν γίνεται να βιάσω το υπόλοιπο.

Αφήνω τη σκέψη μου να ταξιδέψει, καθώς το φύλλο αρχίζει να λάμπει. Ο χώρος γύρω μου γεμίζει με μια αόρατη ενέργεια, όλα τα σημεία του ορίζοντα με καλούν. Τα μάτια μου μισοκλείνουν, συγκεντρώνομαι και φέρνω στον νου μου το μέρος που θέλω να βρεθώ.

Και τότε, νιώθω εκείνη την οικία αίσθηση στα σωθικά μου καθώς τηλεμεταφέρομαι. Ο αέρας εκτοπίζεται και ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην αποθήκη. Χωρίς να αφήσω ίχνος.

Είμαι καλός ο άτιμος.

Ίσως ένας απ’ τους Σπασμένους Γάντζους απέξω να ρίξει μια ματιά προς το στενάκι και να παρατηρήσει ένα τραπουλόχαρτο να πέφτει στο έδαφος, αλλά δε θα το έβαζα και στοίχημα.

Μου παίρνει μια στιγμή να συνηθίσω το νέο μου περιβάλλον. Ένα αχνό φως, που έρχεται απ’ τα φανάρια έξω απ’ την αποθήκη, διεισδύει μέσα απ’ τις ρωγμές των τοίχων. Τα μάτια μου προσαρμόζονται.

Η αποθήκη είναι φίσκα, γεμάτη θησαυρούς που προέρχονται από τις Δώδεκα Θάλασσες: γυαλιστερές πανοπλίες, εξωτικά έργα τέχνης, λαμπερά μετάξια. Είναι όλα αντικείμενα σημαντικής αξίας, μα δεν είναι αυτό που ψάχνω.

Την προσοχή μου τραβούν οι πόρτες φόρτωσης στο μπροστινό μέρος της αποθήκης, όπου ξέρω ότι θα βρω τα αντικείμενα που έφτασαν πιο πρόσφατα. Γλιστράω τα ακροδάχτυλά μου πάνω σε διάφορα κιβώτια από χαρτόνι και ξύλο... μέχρι που φτάνω σε ένα μικρό, ξύλινο κουτί. Αισθάνομαι τη δύναμη που αναδίδεται από μέσα του. Αυτό είναι που ψάχνω.

Ξεμανταλώνω το καπάκι.

Το έπαθλό μου αποκαλύπτεται: ένα μαχαίρι εξαιρετικής κατασκευής που κείτεται σε ένα μαξιλάρι από μαύρο βελούδο. Απλώνω το χέρι για να το—

Τσακ-τσανκ.

Κοκαλώνω. Αυτόν τον ήχο θα τον αναγνώριζα παντού.

Πριν καν βγάλει λέξη, γνωρίζω καλά ποιος στέκεται πίσω μου, μες στο σκοτάδι.

«Φέιτ» λέει ο Γκρέιβς. «Χρόνια και ζαμάνια.»

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η Αναμονή, Επανένωση, Πυροτεχνήματα

Βρίσκομαι εδώ ώρες ολόκληρες. Κάποιοι μπορεί να βαριούνται την ακινησία τόσην ώρα, αλλά εμένα μου κρατάει παρέα ο θυμός μου. Δεν το κουνάω ρούπι, μέχρι να ξεκαθαρίσω τους ανοιχτούς λογαριασμούς μου.

Η παλιο-οχιά κάνει επιτέλους την εμφάνισή της, πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Ο άντρας εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στην αποθήκη, χρησιμοποιώντας το γνωστό μαγικό του κόλπο. Οπλίζω την καραμπίνα μου, έτοιμος να τον κάνω κομματάκια. Ύστερα από τόσα χρόνια που πέρασα αναζητώντας αυτόν τον προδότη σκύλο, τον έχω επιτέλους εκεί που τον θέλω: πιασμένο στα πράσα, μπροστά στις κάννες του Πεπρωμένου.

«Φέιτ» του λέω. «Χρόνια και ζαμάνια.»

Είχα ετοιμάσει καλύτερα λόγια γι’ αυτή τη στιγμή. Περίεργο το πώς ξεχάστηκαν, αμέσως μόλις τον είδα.

Όσο για τον Φέιτ... Το πρόσωπό του δεν δείχνει τίποτα. Ούτε φόβο, ούτε μεταμέλεια, ούτε ίχνος έκπληξης. Ούτε καν όταν αντικρίζει ένα γεμισμένο όπλο, που να τον πάρουν οι θεοί και να τον σηκώσουν.

«Μάλκολμ, πόσην ώρα περιμένεις εδώ μέσα;» με ρωτάει, και η ευθυμία στη φωνή του με εξαγριώνει.

Στοχεύω. Μπορώ να τραβήξω τη σκανδάλη και να τον αφήσω να σαπίσει σαν τα ξεβρασμένα φύκια.

Αυτό θα ήταν και το σοφότερο.

Όχι ακόμα, όμως. Πρέπει να το ακούσω απ’ το στόμα του. «Γιατί το έκανες;» τον ρωτάω, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι απλώς θα μου απαντήσει με κάποια εξυπνάδα.

«Είναι πραγματικά απαραίτητο το όπλο; Νόμιζα ότι ήμασταν φίλοι.»

Φίλοι. Με χλευάζει, το κάθαρμα. Τώρα θέλω να του ξεριζώσω το κεφάλι· μα πρέπει να μείνω ψύχραιμος.

«Στην τρίχα σε βρίσκω, όπως πάντα» λέει ο Φέιτ.

Ρίχνω το βλέμμα μου στα δαγκώματα που έχουν αφήσει τα διαβολόψαρα πάνω στα ρούχα μου. Αναγκάστηκα να κολυμπήσω για να περάσω απ’ τους φρουρούς. Από τότε που απέκτησε λίγα λεφτά, ο Φέιτ έχει γίνει ψείρας με την εμφάνισή του. Ανυπομονώ να του την στραπατσάρω. Μα πρώτα, θέλω να πάρω απαντήσεις.

«Λέγε γιατί με άφησες να πληρώσω τα σπασμένα, αλλιώς θα μαζεύουν τα κομματάκια του προσώπου σου με το τσιμπιδάκι, μορφονιέ». Έτσι πρέπει να χειρίζεσαι τον Φέιτ. Αν του αφήσεις περιθώριο, θα σου κινήσει τα νήματά μέχρι που δεν θα ξέρεις πού σου παν’ τα τέσσερα.

Η πανουργία του ήταν χρήσιμη, όσο ήμασταν ακόμα συνεργάτες.

«Δέκα καταραμένα χρόνια στη Στενή! Ξέρεις τι παθαίνεις εκεί μέσα;»

Φυσικά και δεν ξέρει. Να και μια φορά που δεν έχει τίποτα χαριτωμένο να πει. Καταλαβαίνει ότι με αδίκησε πολύ.

«Μου έκαναν πράγματα που θα τρέλαιναν τους περισσότερους. Το μόνο που δεν με άφηνε να σπάσω ήταν ο θυμός μου. Και η σκέψη ότι θα ερχόταν αυτή η στιγμή, εδώ και τώρα.»

Τότε είναι που μου πετάει μια εξυπνάδα για απάντηση: «Άρα, έτσι όπως μου τα λες, εγώ ήμουν που σε κράτησα ζωντανό. Μήπως να με ευχαριστούσες;».

Αυτά τα λόγια του διαπερνούν την άμυνά μου. Είμαι τόσο θυμωμένος, που μετά βίας δουλεύουν τα μάτια μου. Προσπαθεί να με τσαντίσει. Και τότε, όταν θα έχω τυφλωθεί τελείως απ’ την οργή, θα κάνει το κολπάκι του και θα εξαφανιστεί. Παίρνω μια ανάσα και δεν τσιμπάω το δόλωμα. Ξαφνιάζεται που δε τσιμπάω. Αυτή τη φορά, θα πάρω απαντήσεις.

«Πόσα σου έδωσαν για να με πουλήσεις;» λέω γρυλίζοντας.

Ο Φέιτ στέκεται ακίνητος, χαμογελώντας, προσπαθώντας απλώς να κερδίσει χρόνο.

«Μάλκολμ, θα είναι ευχαρίστησή μου να το συζητήσουμε το θέμα, αλλά αυτή είναι πραγματικά η λάθος στιγμή και το λάθος μέρος.»

Τελευταία στιγμή προσέχω το τραπουλόχαρτο που χορεύει ανάμεσα στα δάχτυλά του. Συνέρχομαι και πιέζω τη σκανδάλη.

ΜΠΑΜ.

Το φύλλο του έχει εξαφανιστεί. Και μαζί μ’ αυτό, παραλίγο να ανατιναχτεί και το χέρι του.

«Ηλίθιε!» γαβγίζει. Επιτέλους τον έκανα να χάσει την ψυχραιμία του. «Μόλις ξύπνησες ολόκληρο το αναθεματισμένο νησί! Ξέρεις σε ποιον ανήκει αυτό το μέρος;»

Δεν δίνω δεκάρα.

Ετοιμάζω να πυροβολήσω ξανά. Ίσα ίσα προλαβαίνω να δω τα χέρια του να κινούνται και μετά ανατινάζονται τραπουλόχαρτα ολόγυρά μου. Ανταποδίδω την επίθεση, χωρίς να είμαι σίγουρος αν τον θέλω νεκρό ή σχεδόν νεκρό.

Πριν καταφέρω να τον ξαναβρώ μέσα στον καπνό, την μανία μου και το ξύλο που θρυμματίζεται, μια πόρτα ανοίγει με μια κλοτσιάς.

Μπουκάρουν μέσα μια ντουζίνα τραμπούκοι, έτσι, για να χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ ο χαμός.

«Στ’ αλήθεια έτσι θες να γίνει;» ρωτάει ο Φέιτ, έτοιμος να πετάξει άλλο ένα χέρι τραπουλόχαρτα προς το μέρος μου.

Του γνέφω και τον κρατάω σταθερά μέσα στο στόχαστρο του όπλου μου.

Ώρα να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα.

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Μπαλαντέρ, Συναγερμός, Ταχυδακτυλουργικά

Η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου. Και γρήγορα μάλιστα.

Ολόκληρη η καταραμένη αποθήκη είναι γεμάτη με Σπασμένους Γάντζους, αλλά ο Μάλκολμ δεν ενδιαφέρεται καθόλου. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είμαι εγώ.

Νιώθω την επόμενη βολή του Γκρέιβς να πλησιάζει και απομακρύνομαι. Ο βρόντος του όπλου του είναι εκκωφαντικός. Ένα κιβώτιο ανατινάζεται στο σημείο που βρισκόμουν, πριν από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Έχω την εντύπωση ότι ο παλιός μου συνεργάτης προσπαθεί να με σκοτώσει.

Καθώς κάνω μια τούμπα πάνω από έναν σωρό ελεφαντόδοντο, τινάζω μια τριάδα τραπουλόχαρτα προς το μέρος του Γκρέιβς. Πριν προλάβουν να βρουν τον στόχο τους, έχω ήδη κάνει μια βουτιά πίσω από κάλυψη, αναζητώντας μια διέξοδο. Χρειάζομαι μονάχα λίγα δευτερόλεπτα.

Εκείνος καταριέται δυνατά, αλλά τα φύλλα μου δεν θα καταφέρουν τίποτα παραπάνω απ’ το να τον καθυστερήσουν. Ήταν ανέκαθεν ένα σκληρόπετσο κάθαρμα. Και πολύ πεισματάρικο, μάλιστα. Δεν καταλαβαίνει με τίποτα πότε πρέπει να το βάζει κάτω.

«Δεν θα μου ξεφύγεις, Φέιτ» γρυλίζει. «Όχι αυτή τη φορά.»

Ω ναι, βλέπω πως αυτό το τελευταίο του χαρακτηριστικό παραμένει το ίδιο έντονο.

Παρ’ όλα αυτά, κάνει λάθος, ως συνήθως. Θα αποχωρήσω το συντομότερο δυνατόν. Δεν έχει νόημα να του μιλάω, έτσι διψασμένος που είναι για αίμα.

Άλλη μια έκρηξη και σκάγια που εξοστρακίζονται πάνω σε μια ανεκτίμητη πανοπλία απ’ τη Ντεμάσια, προτού σφηνωθούν στους τείχους και στο πάτωμα. Πετάγομαι αριστερά-δεξιά, κινούμαι με προσποιήσεις, τρέχοντας από τη μια κάλυψη στην άλλη. Ο Γκρέιβς με ακολουθεί καταπόδας, εκτοξεύοντας απειλές και κατηγορίες, με την καραμπίνα του να βροντάει στα χέρια του. Κινείται γρήγορα, δεδομένου του μεγέθους του. Το είχα σχεδόν ξεχάσει αυτό.

Και δεν είναι αυτός το μοναδικό μου πρόβλημα. Ο καταραμένος βλάκας ξεσήκωσε τους πάντες με τους πυροβολισμούς και τις γκαρίλες του. Οι Σπασμένοι Γάντζοι μάς έχουν πάρει στο κυνήγι, αλλά είναι και αρκετά έξυπνοι, ώστε ν’ αφήσουν μερικούς άντρες να φράζουν την κεντρική πόρτα.

Πρέπει να την κάνω άμεσα· μα δεν φεύγω χωρίς να πάρω πρώτα αυτό που με έφερε εδώ.

Έχω οδηγήσει τον Γκρέιβς σε ένα παραπλανητικό γύρω-γύρω-όλοι μέσα στην αποθήκη και φτάνω ξανά στο σημείο που ξεκινήσαμε λίγο πριν απ’ αυτόν. Συναντώ Γάντζους ανάμεσα σε μένα και το έπαθλό μου, ενώ καταφτάνουν κι άλλοι, αλλά δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Το φύλλο που κρατώ λάμπει με ένα κόκκινο φως. Το πετάω στις πόρτες της αποθήκης, ακριβώς στο κέντρο. Η έκρηξη τις ξεριζώνει από τους μεντεσέδες και σκορπίζει τους Γάντζους. Προχωράω.

Ένας από δαύτους συνέρχεται πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενα και μου επιτίθεται με ένα μικρό τσεκούρι. Γέρνω στο πλάι, αποφεύγοντας το χτύπημα, και τον κλοτσάω στο γόνατο, ενώ πετάω άλλη μια αράδα φύλλα στους φίλους του, για να μη μείνουν παραπονεμένοι.

Έχοντας ανοίξει δρόμο, σουφρώνω το περίτεχνο μαχαίρι που με προσέλαβαν να κλέψω και το περνάω μέσα απ’ τη ζώνη μου. Ας πληρωθώ τουλάχιστον για τον κόπο μου.

Αν και οι πόρτες φόρτωσης με καλούν ορθάνοιχτες, έχουν αρχίσει να μαζεύονται πάρα πολλοί Γάντζοι. Δεν υπάρχει διέξοδος από εκεί, γι’ αυτό κι εγώ κατευθύνομαι προς τη μοναδική ήσυχη γωνιά σ’ αυτό το τρελοκομείο.

Παίζω ένα τραπουλόχαρτο στο χέρι και ετοιμάζομαι να τηλεμεταφερθώ, μα με το που πάω να αφεθώ, να σου ο Γκρέιβς, που με καταδιώκει σαν λυσσασμένη αρκούδα. Το Πεπρωμένο κλοτσά στο χέρι του και κατακρεουργεί έναν Σπασμένο Γάντζο.

Το αγριεμένο βλέμμα του Γκρέιβς τραβιέται από το τραπουλόχαρτο που λάμπει στο χέρι μου. Αφού ξέρει τι σημαίνει αυτή η λάμψη, στρέφει τις καπνισμένες κάννες του όπλου του προς το μέρος μου. Αναγκάζομαι να μετακινηθώ, διακόπτοντας τη συγκέντρωσή μου.

«Δεν μπορείς να τρέχεις για πάντα» φωνάζει μουγκρίζοντας ξοπίσω μου.

Περιέργως, αυτή τη φορά δεν φέρεται ανόητα. Δεν μου δίνει τον χρόνο που χρειάζομαι.

Δεν με αφήνει να χρησιμοποιήσω τις τακτικές μου και αρχίζω να αναλογίζομαι στα σοβαρά την πιθανότητα να με πιάσουν αυτοί οι Γάντζοι. Το αφεντικό τους δεν φημίζεται για την ευσπλαχνία του.

Ανάμεσα στις δεκάδες άλλες σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου είναι και η επίμονη αίσθηση ότι κάποιος με παγίδεψε. Μου κάθεται μια εύκολη δουλειά από το πουθενά, μια γερή μπάζα ακριβώς όταν την έχω περισσότερο ανάγκη — και να σου ο παλιός μου συνεργάτης, που μου έχει στήσει καρτέρι. Κάποιος πολύ εξυπνότερος από τον Γκρέιβς με έπιασε κορόιδο.

Δεν έπρεπε να κάνω τέτοιο λάθος. Κανονικά θα τιμωρούσα τον εαυτό μου για την τσαπατσουλιά μου, αλλά η αποβάθρα είναι γεμάτη μπράβους που περιμένουν να το κάνουν αυτοί για χάρη μου.

Αυτή τη στιγμή, το μόνο που έχει σημασία είναι να φύγω από δω μέσα. Δυο βολές απ’ το διαβολεμένο όπλο του Μάλκολμ με τινάζουν προς τα πίσω. Η πλάτη μου σκάει πάνω σε ένα σκονισμένο ξύλινο κιβώτιο. Το βέλος μιας βαλλίστρας χώνεται στο σαπισμένο ξύλο πίσω μου, μόλις λίγα εκατοστά πάνω απ’ το κεφάλι μου.

«Δεν υπάρχει διέξοδος, πριγκιπάκο μου» φωνάζει ο Γκρέιβς.

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τη φωτιά από την έκρηξη να εξαπλώνεται προς τη σκεπή. Ίσως ο Γκρέιβς να ‘χει κάποιο δίκιο.

«Μας πούλησαν και τους δύο, Γκρέιβς» του φωνάζω.

«Εσύ είσαι μανούλα σε κάτι τέτοια» μου απαντάει.

Προσπαθώ να τον λογικεύσω.

«Αν συνεργαστούμε, μπορεί να τη βγάλουμε καθαρή.»

Μάλλον είμαι απεγνωσμένος.

«Προτιμώ να πεθάνουμε και οι δυο μας, παρά να σε εμπιστευτώ ξανά» μου απαντάει γρυλίζοντας.

Δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Η λογική στα λόγια μου τον θυμώνει ακόμα περισσότερο, ακριβώς αυτό που χρειάζομαι. Αποσπώντας τον Γκρέιβς, κερδίζω αρκετό χρόνο για να τηλεμεταφερθώ έξω από την αποθήκη.

Τον ακούω να βρυχιέται από μέσα. Πρέπει να έφτασε μόλις τώρα στο σημείο που βρισκόμουν και να είδε ότι είχα εξαφανιστεί, με μοναδική παρέα ένα πεσμένο τραπουλόχαρτο να τον χλευάζει.

Εκτοξεύω μια ομοβροντία από φύλλα στις πόρτες φόρτωσης πίσω μου. Έχει περάσει πια ο καιρός για διακριτικότητα.

Νιώθω άσχημα για λίγο, που αφήνω τον Γκρέιβς σε ένα κτίριο που καίγεται· όμως ξέρω ότι δεν θα τον σκοτώσει αυτό. Είναι πολύ πεισματάρης για κάτι τέτοιο. Στο κάτω κάτω, μια φωτιά στις αποβάθρες είναι σοβαρή υπόθεση σε μια πόλη με λιμάνι. Ίσως να κερδίσω λίγο χρόνο έτσι.

Καθώς αναζητώ τον γρηγορότερο τρόπο να φύγω από τις αποβάθρες των σφαγίων, ο ήχος μιας έκρηξης με κάνει να κοιτάξω πίσω μου.

Εμφανίζεται ο Γκρέιβς, βγαίνοντας μέσα από μια τρύπα που μόλις άνοιξε στο πλάι της αποθήκης. Το βλέμμα του φαίνεται να διψάει για αίμα.

Τον χαιρετάω, χαμηλώνοντας το γείσο του καπέλου μου, και το βάζω στα πόδια. Εκείνος με παίρνει στο κυνήγι, με την καραμπίνα του να βροντάει.

Αναγκάζομαι να παραδεχτώ την αποφασιστικότητα αυτού του άντρα.

Ελπίζω μόνο αυτή η αποφασιστικότητα να μη με σκοτώσει απόψε.

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σκαλιστά, Ένα Μάθημα περί Σθένους, Ένα μήνυμα

Τα μάτια του νεαρού χαμινιού ήταν ορθάνοιχτα και πανικόβλητα, καθώς το οδηγούσαν μέσα από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του καπετάνιου.

Τα ουρλιαχτά αγωνίας που έβγαιναν από την πόρτα στο τέρμα του διαδρόμου έκαναν το αγόρι να διστάσει. Οι κραυγές που ηχούσαν απ’ άκρη σ’ άκρη των καταστρωμάτων του τεράστιου, μαύρου πολεμικού πλοίου, του Στοιχήματος Θανάτου, έφταναν στα αυτιά κάθε μέλους του πληρώματος· αυτή ήταν και η πρόθεση του καπετάνιου του.

Ο ύπαρχος, ένας άντρας με πρόσωπο που έμοιαζε με ιστό από ουλές, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του αγοριού καθησυχαστικά. Σταμάτησαν μπροστά από την πόρτα. Το παιδί έκανε μια γκριμάτσα, καθώς αναδύθηκε άλλος ένας βασανισμένος γόος από πίσω της.

«Ήρεμα» είπε ο ύπαρχος. «Ο καπετάνιος θα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για όσα έχεις να πεις.»

Αφού μίλησε, χτύπησε κοφτά την πόρτα, την οποία άνοιξε λίγο αργότερα ένας τεράστιος αγριάνθρωπος με τατουάζ στο πρόσωπο και ένα πλατύ, κυρτό ξίφος δεμένο στην πλάτη του. Το αγόρι δεν άκουσε τις λέξεις που αντάλλαξαν οι δυο άντρες· το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη μεγαλόσωμη φιγούρα που ήταν καθισμένη με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του.

Ο καπετάνιος ήταν μεγαλόσωμος και μεσήλικας. Ο λαιμός και οι ώμοι του ήταν χοντροί, σαν του βοδιού. Είχε σηκωμένα τα μανίκια και οι πήχεις του γυάλιζαν από το αίμα. Ένα κόκκινο πανωφόρι κρεμόταν από μια κρεμάστρα, δίπλα στο μαύρο τρίκοχο καπέλο του.

«Γκάνγκπλανκ» είπε βαριανασαίνοντας το χαμίνι, η φωνή του γεμάτη φόβο και δέος.

«Καπετάνιε, σκέφτηκα ότι θα ‘θελες να τον ακούσεις» είπε ο ύπαρχος.

Ο Γκάνγκπλανκ δεν είπε τίποτα, ούτε γύρισε προς το μέρος τους, καθώς ήταν ακόμα απορροφημένος από το έργο του. Ο ναύτης με τις ουλές έσπρωξε το αγόρι εμπρός. Εκείνο παραπάτησε, ύστερα ανέκτησε την ισορροπία του και πήγε πιο κοντά με συρτά βήματα. Το παιδί πλησίασε τον καπετάνιο του Στοιχήματος Θανάτου λες και ήταν η άκρη ενός θεόρατου γκρεμού. Άρχισε να αναπνέει πιο γρήγορα, όταν είδε το έργο του καπετάνιου σε όλο του το μεγαλείο.

Πάνω στο γραφείο του Γκάνγκπλανκ υπήρχαν λεκάνες με αιματηρό νερό, δίπλα σε μια συλλογή από μαχαίρια, γάντζους και γυαλιστερά χειρουργικά εργαλεία.

Ένας άντρας ήταν ξαπλωμένος στον πάγκο εργασίας του καπετάνιου, δεμένος σφιχτά με δερμάτινα λουριά. Μόνο το κεφάλι του ήταν ελεύθερο. Κοίταζε τριγύρω του με αχαλίνωτη απόγνωση, τεντώνοντας τον λαιμό του, το πρόσωπό του καλυμμένο από τον ιδρώτα.

Το γδαρμένο αριστερό πόδι του άντρα τράβηξε αναπόδραστα το βλέμμα του αγοριού. Το χαμίνι ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει τον λόγο που είχε έρθει εκεί.

Ο Γκάνγκπλανκ άφησε το έργο του και γύρισε, για να κοιτάξει σταθερά τον επισκέπτη του. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και άψυχο, σαν του καρχαρία. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα λεπτό ξυράφι, τοποθετημένο ντελικάτα ανάμεσα στα δάχτυλά του, σαν ένα λεπτεπίλεπτο πινέλο.

«Το σκάλισμα του κοκάλου είναι μια τέχνη που εξαφανίζεται σιγά σιγά» είπε ο Γκάνγκπλανκ, καθώς έστρεφε την προσοχή του ξανά προς το έργο του. «Λίγοι έχουν την υπομονή για τέτοιες χειροτεχνίες στις μέρες μας. Χρειάζεται πολύς χρόνος. Βλέπεις; Κάθε κόψιμο έχει τον σκοπό του.»

Περιέργως, ο άντρας ήταν ακόμα ζωντανός, παρά το φριχτό τραύμα στο πόδι του, όπου το δέρμα και η σάρκα είχαν γδαρθεί από το κόκαλο του μηρού του. Αποσβολωμένο από τον τρόμο, το αγόρι είδε τα περίτεχνα σχέδια που είχε σκαλίσει ο καπετάνιος πάνω στο κόκαλο· σπειροειδή πλοκάμια και κύματα. Ήταν ένα έργο κομψό, ίσως ακόμα και όμορφο. Αυτό ήταν που το έκανε ακόμα πιο φρικιαστικό.

Ένα αναφιλητό δραπέτευσε από τον ζωντανό καμβά του Γκάνγκπλανκ.

«Σε παρακαλώ...» βόγκηξε.

Ο Γκάνγκπλανκ αγνόησε την αξιοθρήνητη παράκληση και άφησε το μαχαίρι του στον πάγκο. Άδειασε μια κούπα φτηνό ουίσκι πάνω στο έργο του, για να καθαρίσει το αίμα. Η κραυγή του άντρα λίγο έλειψε να του διαλύσει το λαρύγγι, μέχρι που τα μάτια του κύλησαν προς τα πάνω και έχασε, για καλή του τύχη, τις αισθήσεις του. Ο Γκάνγκπλανκ μούγκρισε αηδιασμένος.

«Να θυμάσαι, μικρέ» είπε ο Γκάνγκπλανκ. «Μερικές φορές, ακόμα και οι πιο πιστοί ακόλουθοι ξεχνούν ποια είναι η θέση τους. Μερικές φορές, χρειάζεται να τους το θυμίσεις. Αληθινή δύναμη είναι το πώς σε βλέπουν οι άλλοι. Αν δείξεις αδυναμία, έστω και για μια στιγμή, ξόφλησες.»

Το παιδί έγνεψε καταφατικά, ενώ το πρόσωπό του είχε χάσει όλο του το χρώμα.

«Ξύπνα τον» είπε ο Γκάνγκπλανκ, γνέφοντας προς τον αναίσθητο άντρα. «Πρέπει να ακούσει όλο το πλήρωμα το τραγούδι του.»

Καθώς ο χειρούργος του πλοίου πλησίασε, ο Γκάνγκπλανκ έστρεψε το βλέμμα του ξανά προς το παιδί.

«Λοιπόν» είπε. «Τι ήθελες να μου πεις;»

«Ένας... άντρας» είπε το παιδί, χάνοντας τα λόγια του. «Ένας άντρας στις αποβάθρες της Γειτονιάς των Αρουραίων.»

«Συνέχισε» είπε ο Γκάνγκπλανκ.

«Προσπαθούσε να κρυφτεί απ’ τους Γάντζους. Εγώ τον είδα, όμως.»

«Μμ-χμμ» μουρμούρισε ο Γκάνγκπλανκ καθώς άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του. Γύρισε ξανά προς το χειροτέχνημά του.

«Συνέχισε, μικρέ» προέτρεψε ο ύπαρχος.

«Έπαιζε με κάτι φανταχτερά τραπουλόχαρτα. Έλαμπαν παράξενα.»

Ο Γκάνγκπλανκ σηκώθηκε από την καρέκλα του, σαν κολοσσός που αναδύεται από τα βάθη.

«Πες μου πού» είπε.

Η δερμάτινη ζώνη όπου κρεμόταν η θήκη του πιστολιού του έτριξε, καθώς ο άντρας άρχισε να την σφίγγει δυνατά.

«Δίπλα στην αποθήκη... Τη μεγάλη, στα σφαγεία.»

Το πρόσωπο του Γκάνγκπλανκ αναψοκοκκίνισε αγριεμένο, καθώς ο άντρας άρπαξε το πανωφόρι και το καπέλο του από την κρεμάστρα. Τα μάτια του έλαμπαν κατακόκκινα στο φως των φαναριών. Το αγόρι έκανε ένα βήμα πίσω φοβισμένο, και δεν ήταν ο μόνος.

«Δώστε στο παλικάρι ένα ασημένιο ερπετό και ένα ζεστό γεύμα» διέταξε τον ύπαρχό του ο καπετάνιος, καθώς περπατούσε αποφασισμένος προς την πόρτα της καμπίνας.

«Και φέρτε τους πάντες στις αποβάθρες. Έχουμε δουλειά να κάνουμε.»

  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ — ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ — ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Μάχη στις Αποβάθρες, Η Γέφυρα της Σφαγής, Ομοβροντία

Βήχω και φτύνω καπνιά. Ο καπνός από την πυρκαγιά στην αποθήκη μού διαλύει τα πνευμόνια, αλλά δεν έχω χρόνο να πάρω ανάσα. Ο Φέιτ πάει να ξεφύγει και δεν θα κάτσω να περιμένω άλλον μισό αιώνα να τον κυνηγάω σ’ ολόκληρη τη Γη των Ρούνων, που να με πάρει η ευχή. Απόψε τελειώνουν όλα.

Το κάθαρμα με βλέπει. Σπρώχνει από τη μέση δυο ναυτεργάτες και τρέχει, διασχίζοντας την προβλήτα. Αν και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το φύλλο διαφυγής του, έχω κολλήσει πάνω του και δεν τον αφήνω να συγκεντρωθεί.

Μαζεύονται κι άλλοι Γάντζοι γύρω μας, σαν τις μύγες στον βόθρο. Πριν μπορέσουν να του κλείσουν τον δρόμο, ο Φέιτ πετάει δυο εκρηκτικά τραπουλόχαρτα και βγάζει τους μαχαιροβγάλτες εκτός μάχης. Μπορεί να τα βάλει εύκολα με λίγους Γάντζους. Με μένα όμως όχι. Έρχεται η ώρα που ο Φέιτ θα μου ξεπληρώσει το χρέος του και το ξέρει. Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί στην προβλήτα.

Η συνάντησή του με τους λιμενεργάτες μού δίνει ακριβώς τον χρόνο που χρειάζομαι, για να τον προλάβω. Με βλέπει και χώνεται πίσω από ένα τεράστιο κομμάτι της ραχοκοκαλιάς μιας φάλαινας. Μια βολή από το όπλο μου καταστρέφει την κάλυψή του, γεμίζοντας τον αέρα με θρύψαλα κοκάλου.

Η δική του απάντηση έρχεται με τη μορφή ενός τραπουλόχαρτου που πάει να με αποκεφαλίσει, αλλά το πυροβολώ πριν με φτάσει. Ανατινάζεται σαν βόμβα και μας ρίχνει και τους δύο κάτω. Ο Φέιτ σηκώνεται πρώτος και το βάζει ξανά στα πόδια. Πυροβολώ με το Πεπρωμένο, όσο πιο γρήγορα μπορεί να ρίξει.

Μερικοί Γάντζοι μας πλησιάζουν με αλυσίδες και κυρτά γιαταγάνια. Γυρίζω γρήγορα και πυροβολώ, ξεκοιλιάζοντάς τους. Πριν ακούσω τον υγρό ήχο που κάνουν τα εντόσθιά τους καθώς πέφτουν στην αποβάθρα, το έχω ήδη ρίξει στην τρεχάλα. Στοχεύω τον Φέιτ, αλλά με κόβει μια βολή πιστολιού. Κι άλλοι Γάντζοι, και καλύτερα οπλισμένοι μάλιστα.

Σκύβω πίσω από τη γάστρα μιας παλιάς τράτας, για να ανταποδώσω τα πυρά. Ο μόνος ήχος που βγαίνει από το όπλο μου είναι ένα κλικ. Πρέπει να ξαναγεμίσω. Χώνω μερικά καινούργια φυσίγγια στον κύλινδρο, φτύνω με θυμό στο έδαφος και ξαναμπαίνω μες στο χάος.

Ολόγυρά μου, σφαίρες και βέλη σκάνε μέσα από ξύλινα κιβώτια. Ένα από δαύτα σκίζει ένα κομμάτι απ’ το αυτί μου. Εγώ απλώς σφίγγω τα δόντια και προχωράω, πιέζοντας τη σκανδάλη. Το Πεπρωμένο θερίζει τα πάντα στο πέρασμά του. Ένας Σπασμένος Γάντζος χάνει το σαγόνι του. Ένας άλλος τινάζεται στο νερό. Ένας άλλος μετατρέπεται σε ένα κόκκινο πανί από μύες και τένοντες.

Γυρνάω απότομα και βλέπω τον Φέιτ να δραπετεύει στα βάθη των αποβάθρων των σφαγίων. Προσπερνάω τρέχοντας έναν ιχθυοπώλη που κρεμάει χέλια. Ένα από τα κτήνη έχει γδαρθεί πρόσφατα και τα σωθικά του χύνονται ακόμα στην αποβάθρα. Ο ιχθυοπώλης στρέφεται εναντίον μου, κραδαίνοντας ένα τσιγκέλι.

ΜΠΟΥΜ.

Του διαλύω το πόδι.

ΜΠΟΥΜ.

Συνεχίζω, πυροβολώντας το κεφάλι του.

Σπρώχνω απ’ τη μέση ένα βρομερό ψόφιο λεπιδόψαρο και προχωράω. Το αίμα στο έδαφος μού φτάνει πλέον στον αστράγαλο, ένα μέρος του απ’ τα ψάρια και το υπόλοιπο από τους Γάντζους που έχουμε καθαρίσει. Αρκεί για να κάνει έναν δανδή σαν τον Φέιτ να λυσσάξει απ’ το κακό του. Ακόμα και μ’ εμένα στα νώτα του, επιβραδύνει το βήμα για να μην καταστρέψει τα φουστάνια του.

Πριν προλάβω να τον πλησιάσω, ο Φέιτ αρχίζει να τρέχει σαν σίφουνας. Ξεμένω από ανάσα.

«Γύρνα να με αντιμετωπίσεις!» τού φωνάζω.

Τι σόι άντρας είναι αυτός που το σκάει έτσι απ’ τα προβλήματά του;

Ένας θόρυβος στα δεξιά μου μου τραβάει την προσοχή σε ένα μπαλκόνι όπου στέκονται δύο ακόμα Γάντζοι. Πυροβολώ, και μαζί μ’ αυτούς γκρεμοτσακίζεται ολόκληρο το κτίσμα πάνω στην αποβάθρα.

Ο καπνός από το όπλα και τα συντρίμμια είναι τόσο πυκνός, που δεν βλέπω το παραμικρό. Τρέχω προς τον ήχο που κάνουν οι γυναικείες μπότες του Φέιτ καθώς χτυπούν στα ξύλινα σανίδια. Κατευθύνεται προς τη Γέφυρα της Σφαγής, στο τέρμα των αποβάθρων των σφαγίων· στο μοναδικό σημείο εξόδου απ’ την περιοχή. Δεν πρόκειται με τίποτα να τον αφήσω να το σκάσει πάλι.

Μόλις φτάνω στη γέφυρα, ο Φέιτ φρενάρει απότομα στα μισά της. Στην αρχή νομίζω ότι τα παρατάει. Ύστερα βλέπω γιατί σταμάτησε: στην άλλη πλευρά περιμένει μια ορδή από καθάρματα με σπαθιά, που του φράζει τον δρόμο. Εγώ πάντως δεν κάνω βήμα πίσω.

Ο Φέιτ πάει να γυρίσει και πέφτει πάνω μου. Είναι παγιδευμένος. Κοιτάζει στο πλάι της γέφυρας, προς το νερό. Σκέφτεται να πηδήξει· μα ξέρω ότι δεν πρόκειται να το κάνει.

Έχει αρχίσει να ξεμένει από επιλογές. Αρχίζει να περπατάει προς το μέρος μου.

«Άκου, Μάλκολμ. Δεν χρειάζεται να σκοτωθεί κανείς από τους δυο μας. Μόλις βγούμε από αυτό το μπλέξιμο—»

«Θα το βάλεις πάλι στα πόδια. Μια ζωή αυτό κάνεις.»

Δεν απαντάει. Ξαφνικά, έχει σταματήσει να ανησυχεί και πολύ για μένα. Γυρίζω για να δω τι κοιτάζει.

Και πίσω μου βλέπω κάθε καθικιάς καθίκι που ξέρει να χρησιμοποιεί σπαθί ή πιστόλι να μπουκάρει στις αποβάθρες. Ο Γκάνγκπλανκ πρέπει να κάλεσε όλους του τους τραμπούκους απ’ άκρη σ’ άκρη της πόλης. Αν συνεχίσω, είναι σαν να υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη.

Μα, σήμερα, το να ζήσω δεν είναι η πρώτη μου προτεραιότητα.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ —ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ —ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Πλησιάζοντας, Πάνω από την άβυσσο, Άλμα από ψηλά

Οι Γάντζοι δεν βιάζονται. Όχι πια. Ξέρουν ότι μας έχουν παγιδέψει. Πίσω τους είναι λες και όλοι οι σιχαμένοι μαχαιροβγάλτες του Μπίλτζγουοτερ ήρθαν να πάρουν μέρος στη γιορτή. Καμία επιστροφή.

Στην άλλη άκρη της γέφυρας φαίνεται να έχει μαζευτεί ολόκληρη η συμμορία των αποβάθρων που ονομάζεται Κόκκινα Μαντίλια, φράζοντας τη διαφυγή μου προς τον λαβύρινθο που σχηματίζουν οι φτωχογειτονιές του Μπίλτζγουοτερ. Είναι οι κυρίαρχοι της ανατολικής πλευράς της προκυμαίας. Ανήκουν κι αυτοί στον Γκάνγκπλανκ, όπως οι Γάντζοι και σχεδόν ολόκληρη η καταραμένη πόλη.

Πίσω μου έχω τον Γκρέιβς, που όλο και πλησιάζει. Αυτός ο γάιδαρος δεν δίνει δεκάρα που μπλέξαμε έτσι. Είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό. Για άλλη μια φορά βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση όπως τότε, πριν πολλά χρόνια. Χωμένοι για τα καλά στη μάκα και αυτός τον χαβά του.

Μακάρι να μπορούσα να του πω ακριβώς τι συνέβη παλιότερα, μα δεν έχει νόημα. Δεν θα με πίστευε ούτε για ένα δεύτερο. Από τη στιγμή που θα σφηνωθεί κάτι στο χοντροκέφαλό του, παίρνει καιρό να του το ξεσφηνώσεις. Και δεν έχουμε καθόλου καιρό.

Οπισθοχωρώ προς το πλάι της γέφυρας. Πάνω από την κουπαστή βλέπω τα βίντσια και τις τροχαλίες που κρέμονται από κάτω μου· και έπειτα, ακόμα χαμηλότερα, τον ωκεανό. Το κεφάλι μου γυρίζει και το στομάχι μου δένεται κόμπος. Καθώς επιστρέφω στη μέση της γέφυρας παραπατώντας προς τα πίσω, βλέπω ακριβώς σε πόσο δύσκολη θέση βρίσκομαι.

Πέρα μακριά, διαφαίνεται το πλοίο του Γκάνγκπλανκ με τα μαύρα πανιά. Έχει ξαμολήσει μια ολόκληρη καταραμένη αρμάδα από βάρκες που πλησιάζει από κάτω, δεκάδες κουπιά ανεβοκατεβαίνουν μανιασμένα. Φαίνεται πως όλοι οι άντρες του κατευθύνονται προς το μέρος μας.

Δεν μπορώ να περάσω μέσα από τους Γάντζους, ούτε μέσα από τα Μαντίλια, ούτε μέσα από την ξεροκεφαλιά του Γκρέιβς.

Υπάρχει μόνο μια διέξοδος.

Σκαρφαλώνω στην κουπαστή της γέφυρας. Είναι ακόμα πιο ψηλά απ’ όσο νόμιζα. Ο άνεμος μού μαστιγώνει το παλτό, κάνοντάς το να ανεμίζει σαν τα πανιά ενός πλοίου. Δεν έπρεπε να επιστρέψω πότε στο Μπίλτζγουοτερ.

«Κατέβα από κει, που να σε πάρει» λέει ο Γκρέιβς. Απόγνωση είναι αυτό που διακρίνω στη φωνή του; Θα γινόταν ράκος, αν σκοτωνόμουν πριν καταφέρει να πάρει από μένα την ομολογία που ποθεί.

Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Είμαι πολύ πιο ψηλά απ’ το νερό.

«Τομπάιας» λέει ο Μάλκολμ. «Κατέβα κάτω.»

Κοντοστέκομαι. Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που άκουσα αυτό το όνομα.

Ύστερα πηδάω από τη γέφυρα.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Η Παράσταση, Ένας Παρατηρητής, Μέσα στη Νύχτα

Η Μπρούτζινη Ύδρα ήταν μία από τις λιγοστές ταβέρνες του Μπίλτζγουοτερ που δεν είχε πριονίδια στο πάτωμα. Αν και πέφταν στο πάτωμα τα ποτά ,πόσο μάλλον τα δόντια, των θαμώνων, τη νύχτα εκείνη ακουγόντουσαν μέχρι τον Γκρεμό του Δύτη.

Άντρες υπολογίσιμης υπόληψης και ακόμα πιο υπολογίσιμης περιουσίας γέμιζαν την ατμόσφαιρα με εντυπωσιακά τραγούδια αμφιλεγόμενης ηθικής, τα οποία εξιστορούσαν τις χυδαιότερες πράξεις που μπορούσε να φανταστεί κανείς.

Και εκεί, βρισκόταν η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη για όλο αυτό το νυχτερινό ξεφάντωμα.

Στριφογύριζε, πίνοντας στην υγειά του λιμενάρχη και όλων των μελών της φρουράς του. Τα πλούσια κόκκινα μαλλιά της κυμάτιζαν πέρα-δώθε, τραβώντας το βλέμμα όλων των αντρών στο δωμάτιο, όχι ότι είχαν μάτια για οτιδήποτε άλλο, πέρα από εκείνη.

Δεν είχε μείνει ούτε ένα ποτήρι αδειανό όλη τη νύχτα· είχε φροντίσει γι’ αυτό η σειρήνα με τα βαθυκόκκινα μαλλιά. Μα δεν ήταν οι αμβλυμένες αισθήσεις των αντρών εκείνο που τους έλκυε. Ήταν η υπόσχεση του επόμενου μεγαλειώδους χαμόγελού της.

Ενώ η ταβέρνα σειόταν ακόμα από την ευθυμία, η μπροστινή πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας απλοϊκά ντυμένος άντρας. Με μια ικανότητα να περνάει απαρατήρητος, την οποία αποκτά κανείς μόνο ύστερα από χρόνια εξάσκησης, πήγε στη μπάρα και παρήγγειλε ένα ποτό.

Εντωμεταξύ, ανάμεσα στους αδέξια συνωστισμένους άντρες, η νεαρή γυναίκα άρπαξε στο χέρι μια κανάτα γεμάτη κεχριμπαρένια μπίρα.

«Καλοί μου φίλοι, πολύ φοβάμαι ότι πρέπει να αποχωρήσω» είπε και υποκλίθηκε βαθιά.

Οι άντρες της φρουράς του λιμανιού απάντησαν με δυνατές φωνές διαμαρτυρίας.

«Α, ελάτε τώρα. Περάσαμε πολύ ωραία όλη αυτή την ώρα» τους είπε, μαλώνοντάς τους τρυφερά. «Όμως, με περιμένει μια γεμάτη νύχτα και εσείς έχετε αργήσει για τις βάρδιές σας.»

Χωρίς να χάσει λεπτό, πήδηξε πάνω σ’ ένα τραπέζι και έριξε ένα θριαμβευτικό βλέμμα στους άντρες.

«Είθε η Μητέρα των Ερπετών να μας ελεήσει για τις αμαρτίες μας! »

Χαμογέλασε με το πιο σαγηνευτικό της χαμόγελο, έφερε τη μεγάλη κανάτα στα χείλη της και έπειτα κατέβασε όλη την μπίρα με μία τεράστια γουλιά.

«Ιδίως τις μεγάλες» είπε, καθώς κοπάνησε την κανάτα στο τραπέζι.

Σκούπισε τη μπίρα από το στόμα της, ενώ η ταβέρνα βρόντηξε με έναν βρυχηθμό επιδοκιμασίας και έπειτα έστειλε φυσώντας ένα φιλί προς όλους τους άντρες.

Σαν τους υπηρέτες μιας βασίλισσας, οι άντρες τής άνοιξαν δρόμο να περάσει.

Ο λιμενάρχης τής κράτησε την πόρτα ανοιχτή με αρχοντιά. Ήλπιζε να κερδίσει μια τελευταία ματιά επιδοκιμασίας, αλλά η γυναίκα είχε χαθεί στα δρομάκια, πριν εκείνος προλάβει να ολοκληρώσει την ευγενική, άγαρμπη υπόκλισή του και να σηκώσει το βλέμμα.

Απέξω, το φεγγάρι είχε βυθιστεί πίσω από την Αετοφωλιά των Ελεύθερων και η σκιά της νύχτας φαινόταν να απλώνεται, για να αγγίξει τη γυναίκα. Κάθε βήμα που έκανε καθώς έφευγε από την ταβέρνα γινόταν πιο αποφασισμένο και σίγουρο. Το αμέριμνο προσωπείο της διαλύθηκε και αποκαλύφθηκε ο πραγματικός της εαυτός.

Το χαμόγελό της, όπως και η έκφραση θαυμασμού και χαράς που έφερε προηγουμένως είχαν πια χαθεί. Κοίταζε μπροστά της βλοσυρά, χωρίς να βλέπει τους δρόμους και τα στενά γύρω της. Απεναντίας, ατένιζε τις διάφορες προοπτικές που έκρυβε η σκοτεινή νύχτα.

Από πίσω της είχε αρχίσει να την προλαβαίνει ο απλοϊκά ντυμένος άντρας από την ταβέρνα. Τα βήματά του ήταν σιωπηλά, μα απίστευτα γοργά.

Στο διάστημα ενός παλμού, συγχρόνισε στην εντέλεια το βήμα του με το δικό της, περπατώντας λίγο πιο πίσω, έξω από το οπτικό της πεδίο.

«Είναι όλα έτοιμα, Ράφεν;» ρώτησε εκείνη.

Ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, ο άντρας ακόμα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι δεν μπορούσε να την αιφνιδιάσει.

«Ναι, καπετάνιε» είπε εκείνος.

«Δεν σε εντόπισε κανείς;»

«Όχι» είπε κορώνοντας εκείνος και συγκράτησε τη δυσαρέσκειά που του προκαλούσε η ερώτηση. «Ο κόλπος ήταν απαλλαγμένος από την προσοχή του λιμενάρχη και το πλοίο ήταν σχεδόν άδειο.»

«Και το αγόρι;»

«Έπαιξε τον ρόλο του.»

«Καλώς. Θα συναντηθούμε στη Σειρήνα.»

Έχοντας λάβει τις οδηγίες του, ο Ράφεν απομακρύνθηκε και χάθηκε στο μισοσκόταδο.

Εκείνη συνέχισε να προχωράει, καθώς την τύλιγε η νύχτα. Τα πάντα είχαν τεθεί σε κίνηση. Το μόνο που απέμενε ήταν να ξεκινήσουν την παράσταση οι παίχτες της.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η Βουτιά, Το Ακριβότερο Ζευγάρι Μπότες, Πορτοκάλια

Ακούω τον Γκρέιβς να βρυχάται καθώς βουτάω από τη γέφυρα. Το μόνο που βλέπω είναι το σκοινί από κάτω μου. Δεν χρειάζεται να σκεφτώ την πτώση ή τα απύθμενα μαύρα βάθη.

Τα πάντα μετατρέπονται σε μια θολούρα ορμητικού ανέμου.

Βγάζω μια κραυγή χαράς όταν πιάνω το σκοινί, αλλά μετά μου καίει την παλάμη σαν καυτό σίδερο. Η πτώση μου σταματάει με ένα βίαιο τίναγμα, καθώς φτάνω γλιστρώντας στο τέλος του σκοινιού που ξετυλίχθηκε.

Αιωρούμαι κρεμάμενος στον αέρα, βρίζοντας.

Παρότι έχω ακούσει ότι η πτώση στο νερό από τέτοιο ύψος κανονικά δεν φτάνει για να σκοτώσει κάποιον, προτιμώ να ρισκάρω, προσπαθώντας να φτάσω την πέτρινη αποβάθρα που βρίσκεται τουλάχιστον δεκαπέντε μέτρα ακριβώς από κάτω μου. Πάλι θα σκοτωθώ, αλλά είναι πολύ καλύτερο απ’ το να πνιγώ.

Ανάμεσα σ’ εμένα και την πέτρινη πλατφόρμα, υπάρχει ένα ζευγάρι βαριά συρματόσχοινα που φτάνουν από δω μέχρι την ενδοχώρα, ένα που φεύγει και ένα που έρχεται. Λειτουργούν με χοντροκομμένους, θορυβώδεις μηχανισμούς. Χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν επεξεργασμένα κομμάτια θαλάσσιων κτηνών στις αγορές του κεντρικού Μπίλτζγουοτερ.

Τα συρματόσχοινα δονούνται καθώς ένας βαρύς, σκουριασμένος κουβάς, μεγάλος σαν σπίτι, φτάνει προς το μέρος μου.

Ένα χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό μου. Μέχρι που βλέπω τι περιέχει το δοχείο. Θα χρειαστεί να πέσω με τα πόδια μέσα σε έναν κάδο γεμάτο σάπιες σπλήνες ψαριών.

Μου πήρε μήνες να βγάλω τα χρήματα που έδωσα για τις μπότες μου. Απαλές σαν αραχνοΰφαντο και ανθεκτικές σαν ατσάλι, κατασκευασμένες από το τομάρι ενός θαλασσινού δράκου. Υπάρχουν το πολύ τέσσερα ζευγάρια σε όλο τον κόσμο.

Κατάρα.

Συγχρονίζω στην εντέλεια το άλμα μου και προσγειώνομαι στη μέση του κουβά με τα δολώματα. Ο κρύος χυλός διεισδύει μέσα σε κάθε ραφή των πολύτιμων μποτών μου. Τουλάχιστον το καπέλο μου είναι καθαρό.

Ξαφνικά, ακούω πάλι εκείνο το αναθεματισμένο όπλο να μπουμπουνίζει.

Το συρματόσχοινο πρόσδεσης ανατινάζεται.

Ο κάδος μουγκρίζει καθώς απελευθερώνεται γλιστρώντας από τα συρματόσχοινα. Μου κόβεται η φόρα, καθώς ο κουβάς σκάει πάνω στην πέτρινη πλατφόρμα. Νιώθω τα θεμέλια της αποβάθρας να τρέμουν, λίγο πριν ανατραπούν τα πάντα.

Ο κόσμος ολόκληρος αναποδογυρίζει πάνω απ’ το κεφάλι μου, μαζί με έναν τόνο εντόσθια ψαριών.

Ψάχνω για άλλη διέξοδο, πασχίζοντας να σηκωθώ. Οι βάρκες του Γκάνγκπλανκ πλησιάζουν. Όπου να ‘ναι θα με φτάσουν.

Ζαλισμένος, σέρνομαι μέχρι μια μικρή βάρκα, αγκυροβολημένη στην αποβάθρα φόρτωσης. Έχω σχεδόν φτάσει στα μισά του δρόμου, όταν μια βολή από καραμπίνα ανοίγει μια τρύπα στο σκαρί, αχρηστεύοντάς το.

Καθώς η βάρκα βυθίζεται, πέφτω στα γόνατά μου, εξουθενωμένος. Προσπαθώ να ξεπεράσω την ίδια μου τη μπόχα, για να ανασάνω. Ο Μάλκολμ στέκεται από πάνω μου. Τα κατάφερε κάπως και αυτός να κατέβει. Ε βέβαια.

«Δεν είσαι και τόσο μεγάλος γόης τώρα, έ;» λέει χαμογελώντας πλατιά ο Γκρέιβς, κοιτάζοντάς με απ’ την κορφή ως τα νύχια.

«Πότε θα βάλεις μυαλό;» λέω, καθώς σηκώνομαι. «Κάθε φορά που προσπαθώ να σε βοηθήσω—»

Πυροβολεί στο έδαφος μπροστά μου. Είμαι βέβαιος ότι ένα θραύσμα από κάτι με χτυπάει στην κνήμη. «Αν καθόσουν λίγο να σκεφτείς—»

«Τέρμα οι κουβέντες» με διακόπτει, η φωνή του σαν πέτρες που τρίβονται μεταξύ τους. «Ήταν η μεγαλύτερη μπάζα της ζωής μας και πριν το πάρω χαμπάρι, είχες εξαφανιστεί.»

«Πριν το πάρεις χαμπάρι; Αφού σου είπα—»

Άλλη μια βολή, άλλος ένας καταιγισμός χαλικιού, αλλά έχω πάψει πια να νοιάζομαι.

«Προσπάθησα να μας γλιτώσω. Όλοι μας, εκτός από σένα, το βλέπαμε ότι η δουλειά πήγαινε κατά διαόλου» του λέω. «Εσύ όμως δεν έκανες πίσω. Όπως πάντα.» Το τραπουλόχαρτο βρίσκεται στο χέρι μου, πριν το καταλάβω.

«Σου το ‘πα τότε, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να με στηρίξεις. Θα την είχαμε βγάλει καθαρή και θα ‘χαμε πλουτίσει. Μα εσύ το ‘βαλες στα πόδια» λέει, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. Ο άντρας που γνώριζα κάποτε φαίνεται να ‘χει θαφτεί κάτω από χρόνια μίσους.

Δεν προσπαθώ να πω τίποτα άλλο. Το βλέπω τώρα πια στα μάτια του. Κάτι έχει σπάσει μέσα του.

Πάνω από τον ώμο του, προσέχω κάτι που αστράφτει· ένα πιστόλι. Το πρώτο μέλος από το πλήρωμα του Γκάνγκπλανκ.

Χωρίς να το σκεφτώ, τινάζω το φύλλο. Σκίζει τον αέρα προς το μέρος του Γκρέιβς.

Το όπλο του Γκρέιβς βροντάει.

Το φύλλο μου εξουδετερώνει τον άντρα του Γκάνγκπλανκ, που είχε βάλει στόχο την πλάτη του Μάλκολμ.

Πίσω μου, άλλο ένα μέλος του πληρώματος πέφτει καταγής, κρατώντας ένα μαχαίρι. Αν δεν τον είχε πυροβολήσει ο Γκρέιβς, μπορεί να με είχε φάει λάχανο.

Ανταλλάσσουμε ματιές. Έτσι είναι οι παλιές συνήθειες.

Οι άντρες του Γκάνγκπλανκ μάς έχουν πια περικυκλώσει. Συνωστίζονται όλο και πιο κοντά, ουρλιάζοντας και γιουχαΐζοντας. Είναι πάρα πολλοί για να τους πολεμήσουμε.

Αυτό δεν πτοεί τον Γκρέιβς. Σηκώνει το όπλο του, αλλά έχει ξεμείνει από φυσίγγια.

Δεν τραβάω τα φύλλα μου. Δεν έχει νόημα.

Ο Μάλκολμ βρυχάται και ορμάει κατά πάνω τους. Αυτό είναι το στιλ του. Κομματιάζει τη μύτη ενός καθάρματος με τη λαβή του όπλου του, πριν τον πλακώσει ο όχλος.

Χέρια με αρπάζουν και μου παγιδεύουν τα μπράτσα. Άλλα χέρια σηκώνουν τον Μάλκολμ όρθιο, ενώ το πρόσωπό του στάζει αίμα.

Τα γιουχαΐσματα και οι φωνές του όχλου γύρω μας σταματούν, δυσοίωνα.

Το τείχος των μαχαιροβγαλτών ανοίγει, αποκαλύπτοντας μια φιγούρα με κόκκινο παλτό που βαδίζει προς το μέρος μας.

Ο Γκάνγκπλανκ.

Από κοντά, φαίνεται πολύ πιο μεγαλόσωμος απ’ όσο φανταζόμουν. Και πιο γερασμένος. Οι ρυτίδες του προσώπου του είναι βαθιές και έντονες.

Κρατάει ένα πορτοκάλι στο ένα του χέρι, αφαιρώντας τη φλούδα του με ένα κοντό μαχαίρι σκαλίσματος. Το κάνει αργά, αξιοποιώντας στο έπακρο κάθε κόψιμο.

«Για πείτε μου, παλικάρια» λέει. Η φωνή του είναι ένα βαθύ, υπόκωφο γρύλισμα. «Σας αρέσουν τα σκαλιστά;»

  1. 1
  2. 2
  3. 3
  4. 4
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Αίμα, Αλήθεια, Η Κόρη του Χάρου

Η γροθιά σκάει ξανά στο πρόσωπό μου. Πέφτω κάτω με δύναμη, χτυπώντας το κατάστρωμα του πλοίου του Γκάνγκπλανκ. Χειροπέδες από χυτοσίδηρο χώνονται μες στους καρπούς μου.

Με σηκώνουν από το πάτωμα και με αναγκάζουν να γονατίσω δίπλα στον Φέιτ. Όχι πως θα με κράταγαν τα πόδια μου, αν αυτός ο ψωριάρικος συρφετός με έβαζε να σταθώ.

Τον τεράστιο φουσκωτό παλιο-μπάσταρδο που με χτύπησε μία τον βλέπω καθαρά, μία τον βλέπω να θολώνει.

«Έλα τώρα, αγόρι μου» ψευδίζω. «Δεν το κάνεις σωστά.»

Δεν βλέπω καν την επόμενη σβουριχτή να ‘ρχεται. Μόνο μια έκρηξη πόνου και να ‘μαι πάλι στρωμένος στο κατάστρωμα. Με σηκώνουν και με βάζουν να γονατίσω ξανά. Φτύνω αίμα και δόντια. Και μετά χαμογελάω με τα υπόλοιπά μου.

«Η γριά η μάνα μου βαράει πιο δυνατά από σένα, μικρέ. Και φαντάσου, μάλιστα, ότι πάνε πέντε χρόνια από τότε που την έθαψα.»

Ο τύπος προχωράει για να με ρίξει πάλι κάτω, αλλά μία μόνο λέξη από τον Γκάνγκπλανκ τον κάνει να κοκαλώσει.

«Φτάνει» λέει ο καπετάνιος.

Παραπαίοντας, προσπαθώ να εστιάσω την όρασή μου στη θολή φιγούρα του Γκάνγκπλανκ. Τα μάτια μου καθαρίζουν αργά. Βλέπω ότι απ’ τη μέση του κρέμεται εκείνο το καταραμένο μαχαίρι που έκλεψε ο Φέιτ.

«Ώστε εσύ είσαι ο Τουίστεντ Φέιτ. Έχω ακούσει ότι είσαι καλός και ποτέ δεν ήμουν από αυτούς που υποτιμάνε έναν καλό κλέφτη» λέει ο Γκάνγκπλανκ. Πλησιάζει και κοιτάζει αγριεμένα τον Φέιτ. «Έλα, όμως, που οι καλοί κλέφτες ξέρουν ότι δεν τους συμφέρει να κλέψουν από μένα.» Σκύβει και κοιτάζει εμένα κατάματα.

«Όσο για σένα... Αν είχες κουκούτσι μυαλό, θα μπορούσες να ‘χες βάλει το όπλο σου στη δούλεψή μου. Πάνε πια αυτά, όμως.»

Ο Γκάνγκπλανκ σηκώνεται και μας γυρνάει την πλάτη.

«Είμαι λογικός άνθρωπος» συνεχίζει. «Δεν περιμένω να μου σκύβουν όλοι το κεφάλι. Το μόνο που ζητάω είναι μια ελάχιστη ποσότητα σεβασμού· κάτι που εσείς αποφασίσατε να αγνοήσετε. Και γι’ αυτό δεν μπορώ να σας αφήσω ατιμώρητους.»

Το πλήρωμά του αρχίζει να σπρώχνει, σαν σκυλιά που περιμένουν διαταγή να μας ξεσκίσουν. Δεν ταράζομαι, όμως. Δεν θα τους δώσω τέτοια ικανοποίηση.

«Κάνε μου μια χάρη» λέω, γνέφοντας προς τον Φέιτ. «Σκότωσέ τον πρώτο.»

Ο Γκάνγκπλανκ σιγογελάει.

Γνέφει καταφατικά σε ένα μέλος του πληρώματος, που αρχίζει να βαράει την κουδούνα του πλοίου. Δεκάδες ακόμα κουδούνες χτυπάνε σ’ ολόκληρη την πόλη, απαντώντας της. Μέθυσοι, ναύτες και μαγαζάτορες αρχίζουν να ξεχύνονται στους δρόμους, περίεργοι για τον σαματά. Θέλει να έχει και κοινό, το καθίκι.

«Το Μπίλτζγουοτερ παρακολουθεί, παιδιά» λέει ο Γκάνγκπλανκ. «Ώρα να του χαρίσουμε ένα θέαμα. Φέρτε την Κόρη του Χάρου!»

Ακούγονται ζητωκραυγές και το κατάστρωμα μπουμπουνίζει σαν τύμπανο κάτω από τα ποδοβολητά. Άντρες φέρνουν σπρώχνοντας ένα παλιό κανόνι. Παρότι έχει σκουριάσει και πρασινίσει με τα χρόνια, είναι ακόμα και τώρα μια σκέτη καλλονή.

Ρίχνω μια ματιά προς τον Φέιτ. Έχει χαμηλωμένο το κεφάλι και δεν βγάζει άχνα. Του πήραν τα χαρτιά... αφού πρώτα έψαξαν αρκετή ώρα, για να τα βρουν όλα. Δεν του άφησαν καν το γελοίο, φιγουρατζίδικο καπέλο του· το φοράει κάποιο μικροκαμωμένο καθίκι, που μοιάζει με προϊόν αιμομιξίας.

Όλα αυτά τα χρόνια που τον ξέρω, ο Φέιτ είχε πάντα τρόπο διαφυγής. Τώρα που δεν έχει τίποτα, μοιάζει πραγματικά ηττημένος.

Χαίρομαι.

«Σου αξίζουν όλα αυτά, σκύλε» τού γρυλίζω.

Με κοιτάζει και αυτός επίμονα. Έχει ακόμα δυνάμεις μέσα του.

«Δεν είμαι περήφανος για την τροπή που πήραν τα πράγματα—»

«Με άφησες πίσω να σαπίσω!» τον διακόπτω.

«Εγώ και όλο το πλήρωμα προσπαθήσαμε να σ’ ελευθερώσουμε. Και εκείνοι το πλήρωσαν με τη ζωή τους!» μου ανταπαντά κοφτά. «Χάσαμε τον Κολτ, τον Γουόλακ, τον Πλίνθο —όλους τους— επειδή προσπαθήσαμε να σώσουμε το ξεροκέφαλο τομάρι σου.»

«Εσύ μια χαρά την σκαπούλαρες, όμως» απαντάω. «Ξέρεις γιατί; Επειδή είσαι δειλός. Και ό,τι κι αν πεις, αυτό δεν θα το αλλάξεις ποτέ.»

Τα λόγια μου τον χτυπάνε σαν γροθιά στο στομάχι. Δεν φέρνει αντιρρήσεις. Το τελευταίο ίχνος δύναμης φεύγει από μέσα του, καθώς οι ώμοι του πέφτουν. Σταματάει να το παλεύει.

Ούτε καν ο Φέιτ δεν μπορεί να είναι τόσο καλός ηθοποιός. Ο θυμός μου σβήνει.

Ξαφνικά νιώθω κουρασμένος. Κουρασμένος και γερασμένος.

«Όλα πήγαν κατά διαόλου και μπορεί να φταίμε και οι δυο γι’ αυτό» λέει. «Δεν σου είπα ψέματα, όμως. Προσπαθήσαμε να σε βγάλουμε έξω. Δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς, εσύ θα πιστέψεις αυτό που θες.»

Μου παίρνει μια στιγμή να το επεξεργαστώ αυτό. Μου παίρνει μια ακόμα στιγμή, για να συνειδητοποιήσω ότι τον πιστεύω.

Που να με πάρει και να με σηκώσει, έχει δίκιο.

Λειτουργώ με τον δικό μου τρόπο. Πάντα έτσι έκανα. Κάθε φορά που το παράκανα, εκείνος μου κάλυπτε τα νώτα. Εκείνος ήταν που είχε πάντα έτοιμη μια διέξοδο.

Μα δεν τον άκουσα εκείνη τη μέρα, ούτε τον είχα ακούσει μέχρι τώρα.

Και τώρα, θα σκοτωθούμε και οι δυο εξαιτίας μου.

Ξαφνικά, αρπάζουν τον Φέιτ κι εμένα και μας σέρνουν προς το κανόνι. Ο Γκάνγκπλανκ χαϊδεύει απαλά την κάννη του, λες και είναι ένα λατρεμένο λαγωνικό.

«Η Κόρη του Χάρου δεν με απογοήτευσε ποτέ της» λέει. «Περίμενα πώς και πώς να της χαρίσω έναν αποχαιρετισμό που να της αρμόζει.»

Φέρνουν μια βαριά καδένα και μερικοί ναύτες αρχίζουν να την τυλίγουν γύρω απ’ το κανόνι. Τώρα καταλαβαίνω πώς θα πάει το πράγμα.

Μας βάζουν πλάτη με πλάτη με τον Φέιτ και μετά περνάνε την καδένα γύρω από τα πόδια μας και μέσα απ’ τα δεσμά μας. Ένα λουκέτο κλείνει, παγιδεύοντάς μας πάνω στην καδένα.

Μια πύλη επιβίβασης στο παραπέτο του πλοίο ανοίγει και το κανόνι τοποθετείται στο κενό. Οι προβλήτες και οι αποβάθρες του Μπίλτζγουοτερ έχουν γεμίσει πια με κόσμο, που ήρθε να δει το θέαμα.

Ο Γκάνγκπλανκ ακουμπάει με τη μπότα του στο κανόνι.

«Ε λοιπόν, απ’ αυτό το μπλέξιμο δεν μπορώ να μας γλιτώσω» λέει ο Φέιτ, γυρνώντας το κεφάλι του. «Πάντοτε το ήξερα ότι εξαιτίας σου θα σκοτωνόμουν κάποια μέρα.»

Ένα γέλιο δραπετεύει απ’ τα χείλη μου όταν το ακούω αυτό. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που γέλασα.

Μας σέρνουν προς την άκρη του πλοίου, σαν πρόβατα στη σφαγή.

Μάλλον εδώ τελειώνει η δική μου ιστορία. Δεν ήταν και άσχημα, όσο κράτησε. Μα κανενός η τύχη δεν διαρκεί για πάντα.

Τότε μόνο συνειδητοποιώ τι πρέπει να κάνω.

Πασχίζοντας με τα δεσμά μου, φέρνω προσεκτικά το χέρι στην πίσω τσέπη μου. Είναι ακόμα εκεί. Το τραπουλόχαρτο που έπεσε απ’ τον Φέιτ στην αποθήκη. Σκόπευα να τον βάλω να το καταπιεί.

Τον Φέιτ τον έψαξαν για κρυμμένα χαρτιά· εμένα όμως όχι.

Τον σκουντάω. Έτσι όπως είμαστε αλυσοδεμένοι πλάτη με πλάτη, είναι εύκολο να περάσω το φύλλο στον Φέιτ, χωρίς να μας δουν. Τον αισθάνομαι να διστάζει, καθώς το παίρνει.

«Εσείς οι δυο δεν είστε και ο πιο κατάλληλος φόρος τιμής, αλλά είστε αρκετοί» λέει ο Γκάνγκπλανκ. «Δώστε τα χαιρετίσματά μου στην Κυρά με τα Γένια.»

Με ένα νεύμα του χεριού του προς το πλήθος, ο Γκάνγκπλανκ κλοτσάει το κανόνι, πετώντας το έξω απ’ το πλοίο. Η Κόρη του Χάρου πέφτει στο νερό με έναν παφλασμό και αρχίζει να βυθίζεται γρήγορα. Η καδένα στο κατάστρωμα την ακολουθεί.

Τώρα πια που πλησιάζει το τέλος, τον πιστεύω τον Φέιτ. Ξέρω ότι έκανε τα πάντα για να με βγάλει έξω, όπως έκανε όλες εκείνες τις φορές που συνεργαστήκαμε. Αυτή τη φορά, όμως, εγώ είμαι εκείνος που έχει τον τρόπο διαφυγής. Αυτό μπορώ να του το προσφέρω, τουλάχιστον.

«Φεύγα.»

Αρχίζει να κάνει τις γνωστές κινήσεις, στριφογυρίζοντας το φύλλο στα δάχτυλά του. Καθώς η δύναμη αρχίζει να συγκεντρώνεται, νιώθω ένα άβολο αίσθημα πίεσης στο πίσω μέρος του κρανίου μου. Ποτέ μου δεν μου άρεσε να είμαι κοντά στον Φέιτ όταν έκανε το κόλπο του.

Και έτσι απλά, ο Φέιτ εξαφανίζεται.

Οι αλυσίδες που τον κρατούσαν πέφτουν στο κατάστρωμα με πάταγο και ακούγονται κραυγές από το πλήθος. Οι δικές μου αλυσίδες είναι ακόμα κλειδωμένες. Αν και δεν πρόκειται να τη γλιτώσω από δω, αξίζει και μόνο που βλέπω το ύφος στο πρόσωπο του Γκάνγκπλανκ.

Η καδένα του κανονιού με τινάζει απότομα στον αέρα. Σκάω στο κατάστρωμα με δύναμη και μουγκρίζω από τον πόνο. Μέσα σε μια στιγμή, η καδένα με τραβάει πέρα από την άκρη του πλοίου.

Πέφτω μέσα στο παγωμένο νερό και μου κόβεται η ανάσα.

Ύστερα βρίσκομαι κάτω απ’ το νερό και βυθίζομαι γρήγορα, τραβιέμαι κάτω, προς τα σκοτάδια.

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Τόλμη, Μια Μάχη με το Σκοτάδι, Ειρήνη

Το χαρτί που μου βάζει ο Μάλκολμ στο χέρι μπορεί να με μεταφέρει εύκολα στην προβλήτα. Είμαι πολύ κοντά στην ακτή και από εκεί, το τεράστιο πλήθος είναι ό,τι πρέπει για να χαθώ μέσα του. Θα μπορούσα να την κάνω από αυτό το βρωμόνησο μέσα σε μία ώρα. Αυτή τη φορά, κανείς δεν θα με έβρισκε ξανά.

Και τότε, το μόνο που μπορώ να δω μέσα στο μυαλό μου είναι η τσαντισμένη φάτσα του Μάλκολμ να βυθίζεται στο νερό.

Γαμώτο.

Δεν μπορώ να τον αφήσω. Όχι ύστερα απ’ αυτό που έγινε την τελευταία φορά. Δεν γίνεται να φύγω. Ξέρω πού πρέπει να πάω.

Η πίεση συγκεντρώνεται και μετά τηλεμεταφέρομαι.

Μέσα σε μια στιγμή, είμαι ακριβώς πίσω από τον Γκάνγκπλανκ, έτοιμος να κάνω την κίνησή μου.

Ένα μέλος του πληρώματος με εντοπίζει· δείχνει απορημένος, λες και προσπαθεί να καταλάβει πώς βρέθηκα εκεί. Όσο το σκέφτεται, του ρίχνω μια γροθιά στη μούρη. Καταρρέει ανάμεσα σε ένα πλήθος μπερδεμένων ναυτών. Στρέφονται όλοι εναντίον μου, με τραβηγμένα τα γιαταγάνια τους. Ο Γκάνγκπλανκ επιτίθεται πρώτος με μια σπαθιά κατευθείαν προς τον λαιμό μου.

Μα εγώ κινούμαι γρηγορότερα. Με μια επιδέξια κίνηση, γλιστράω κάτω από το ατσάλι που σκίζει τον αέρα και αρπάζω το πολύτιμο ασημένιο μαχαίρι του Γκάνγκπλανκ από τη ζώνη του. Ξοπίσω μου ακούω βρισιές τόσο άσχημες που θα μπορούσαν να κόψουν το κατάρτι στα δύο.

Πηδάω στο κατάστρωμα, χώνοντας το μαχαίρι μέσα απ’ το παντελόνι μου, καθώς το τέλος της καδένας φεύγει προς την άκρη του πλοίου. Τεντώνομαι και αρπάζω τον τελευταίο κρίκο της καδένας, λίγο πριν χαθεί.

Το τίναγμα της καδένας με πετάει πέρα από την άκρη του πλοίου και τώρα συνειδητοποιώ τι έκανα.

Το νερό με πλησιάζει γρήγορα. Σε αυτή την παγωμένη στιγμή, κάθε σπιθαμή του σώματός μου μου ζητάει να αφήσω την καδένα. Μια ολόκληρη ζωή παιδευόμουν, χρόνια ζούσα στο ποτάμι, χωρίς να ξέρω κολύμπι. Και τώρα, για τον ίδιο λόγο πρόκειται να πνιγώ.

Παίρνω μια τελευταία αναπνοή. Και τότε μια βολή από μουσκέτο με βρίσκει στον ώμο. Ξεφωνίζω απ’ τον πόνο και χάνω την τελευταία μου ανάσα, λίγο πριν με τραβήξει η καδένα κάτω απ’ το νερό.

Το παγωμένο νερό με χαστουκίζει, καθώς χάνομαι στα παγωμένα βάθη.

Αυτός είναι ο εφιάλτης μου.

Μέσα μου αναβλύζει πανικός. Προσπαθώ να τον δαμάσω. Σχεδόν με καταβάλλει. Κι άλλες βολές διαπερνούν το νερό από πάνω μου. Συνεχίζω να βυθίζομαι.

Καρχαρίες και διαβολόψαρα κάνουν κύκλους γύρω μου. Γεύονται το αίμα. Με ακολουθούν όλο και πιο βαθιά μέσα στην άβυσσο.

Τα πάντα είναι τρόμος. Δεν πονάω πια. Ακούω την καρδιά μου να κοπανάει στα αυτιά μου. Το στήθος μου καίει. Πρέπει να κρατήσω απέξω το νερό. Το σκοτάδι με τυλίγει. Πάρα πολύ βαθιά. Καμία επιστροφή. Το ξέρω πια.

Μα ίσως μπορέσω να σώσω τον Μάλκολμ.

Ακούω έναν γδούπο από κάτω μου και η αλυσίδα χαλαρώνει. Το κανόνι έφτασε στον βυθό.

Τραβιέμαι απ’ την αλυσίδα, κατεβαίνοντας στις σκιές. Βλέπω μια φιγούρα. Μου φαίνεται σαν τον Γκρέιβς. Τραβιέμαι προς το μέρος του όσο πιο γρήγορα μπορώ.

Και τότε τον βλέπω ακριβώς μπροστά μου, αν και μετά βίας διακρίνω το περίγραμμα του προσώπου του. Νομίζω ότι μου κουνάει το κεφάλι θυμωμένα, επειδή γύρισα πίσω.

Αρχίζω να χάνω τις δυνάμεις μου. Το μπράτσο μου έχει μουδιάσει και το κεφάλι μου πάει να σπάσει.

Αφήνω την καδένα και τραβάω το μαχαίρι απ’ τη μέση μου. Το χέρι μου τρέμει.

Ψηλαφίζω στο σκοτάδι. Παραδόξως, βρίσκω την κλειδαριά στις χειροπέδες του Γκρέιβς. Χρησιμοποιώ τη λεπίδα για να την ανοίξω, όπως έχω ανοίξει χιλιάδες άλλες κλειδαριές. Μα τα χέρια μου δεν λένε να σταματήσουν να τρέμουν.

Ακόμα και ο Γκρέιβς πρέπει να έχει τρομοκρατηθεί. Ο αέρας στα πνευμόνια του λογικά τελειώνει όπου να ‘ναι. Η κλειδαριά δεν ανοίγει.

Τι θα έκανε στη θέση μου ο Μάλκολμ;

Γυρνάω το μαχαίρι. Χωρίς φινέτσα, μόνο με βία.

Νιώθω κάτι να υποχωρεί. Νομίζω ότι κόπηκα στο χέρι. Το μαχαίρι πέφτει. Στην άβυσσο. Χάνεται... Λάμπει;

Από πάνω μου, ένα ανοιχτό κόκκινο χρώμα. Κόκκινο και πορτοκαλί... Παντού. Είναι όμορφα... Ώστε έτσι είναι όταν πεθαίνεις.

Γελάω.

Και το νερό μπαίνει μέσα.

Είναι γαλήνια.

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Φωτιά και χαλάσματα, Μια κάποια κατάληξη, Σκοτεινή τροπή

Η Μις Φόρτσουν είχε καρφωμένο το βλέμμα στο λιμάνι από το κατάστρωμα του πλοίου της, τη Σειρήνας. Στα μάτια της αντικατοπτρίζονταν φλόγες, καθώς η γυναίκα θαύμαζε την πλήρη έκταση της καταστροφής που είχε προκαλέσει.

Το μόνο που απέμενε από το πλοίο του Γκάνγκπλανκ ήταν ένα φλεγόμενο ερείπιο. Το πλήρωμα είχε σκοτωθεί απ’ την έκρηξη, είχε πνιγεί μέσα στον χαμό ή είχε γίνει γεύμα των λεπιδόψαρων που είχαν μαζευτεί.

Το θέαμα ήταν μεγαλειώδες. Μια τεράστια περιστρεφόμενη μπάλα φωτιάς είχε φωτίσει τη νύχτα σαν νέος ήλιος.

Η μισή πόλη είχε δει τα πάντα· είχε φροντίσει γι’ αυτό ο ίδιος ο Γκάνγκπλανκ, όπως το περίμενε η Μις Φόρτσουν. Ο άντρας έπρεπε να κάνει επιδείξει τον Τουίστεντ Φέιτ και τον Γκρέιβς μπροστά σε όλο το Μπίλτζγουοτερ. Έπρεπε να υπενθυμίσει σε όλους γιατί κανένας δεν πρέπει να τον προδώσει. Για τον Γκάνγκπλανκ, ο οι άνθρωποι ήταν απλώς ένα εργαλείο, για να διατηρεί τον έλεγχο.

Έτσι, το εκμεταλλεύτηκε κι εκείνη για να τον σκοτώσει. Σε όλη την πόλη αντηχούσαν φωνές και καμπάνες που χτυπούσαν.

Ο Γκάνγκπλανκ είναι νεκρός.

Τα άκρα των χειλιών της σχημάτισαν ένα αχνό χαμόγελο.

Η αποψινή νύχτα δεν ήταν παρά το φινάλε: είχε προσλάβει τον Φέιτ, είχε δώσει πληροφορίες στον Γκρέιβς, μόνο και μόνο για να αποσπάσει την προσοχή του Γκάνγκπλανκ. Είχε χρειαστεί χρόνια για να πάρει την εκδίκησή της.

Το χαμόγελο της Μις Φόρτσουν έσβησε.

Από τη στιγμή που ο Γκάνγκπλανκ μπήκε με τη βία στο εργαστήριο της οικογένειάς της, με το πρόσωπό του κρυμμένο πίσω από ένα κόκκινο φουλάρι, εκείνη προετοιμαζόταν για αυτή την ώρα.

Εκείνη την ημέρα, η Σάρα έχασε και τους δυο γονείς της. Δεν ήταν παρά ένα μικρό παιδί, μα εκείνος άδειασε τα όπλα του πάνω της, ενώ ακόμα οι γονείς της αιμορραγούσαν στο πάτωμα.

Ο Γκάνγκπλανκ την δίδαξε ένα σκληρό μάθημα: ότι όσο ασφαλής και αν νιώθεις, ο κόσμος σου —όλα όσα έχεις χτίσει, όλα όσα αγαπάς— μπορεί να αρπαχθεί μέσα σε μια στιγμή.

Το μοναδικό λάθος του Γκάνγκπλανκ ήταν ότι δεν βεβαιώθηκε πως το παιδί ήταν νεκρό. Ο θυμός και το μίσος της Σάρα την κράτησαν ζωντανή εκείνη την πρώτη παγωμένη, οδυνηρή νύχτα, όπως και κάθε νύχτα έκτοτε.

Επί δεκαπέντε χρόνια, η νεαρή γυναίκα συγκέντρωνε όλα όσα χρειαζόταν· περίμενε μέχρι ο Γκάνγκπλανκ να την ξεχάσει τελείως, να ρίξει τις άμυνές του και να εφησυχάσει με τη ζωή που είχε χτίσει. Μόνο τότε θα ήταν δυνατό να χάσει κάθε τι πολύτιμο. Μόνο τότε θα γνώριζε πώς είναι να χάνεις το σπίτι σου, να χάνεις τον κόσμο σου όλο.

Αν και η Σάρα έπρεπε να νιώθει πανευτυχής, το μόνο που ένιωθε ήταν ένα κενό.

Ο Ράφεν την πλησίασε στην κουπαστή, βγάζοντάς την από τον ρεμβασμό της.

«Πάει» της είπε. «Όλα τελείωσαν.»

«Όχι» αποκρίθηκε η Μις Φόρτσουν. «Όχι ακόμα.»

Η Σάρα σταμάτησε να κοιτάζει το λιμάνι και έστρεψε το βλέμμα της προς το Μπίλτζγουοτερ. Είχε ελπίσει ότι σκοτώνοντας τον Γκάνγκπλανκ, θα σκότωνε μαζί του και το μίσος της. Αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να το απελευθερώσει. Για πρώτη φορά από εκείνη τη μοιραία ημέρα, ένιωθε πραγματικά πανίσχυρη.

«Αυτή είναι μόνο η αρχή» είπε. «Θέλω όλοι όσοι του ήταν αφοσιωμένοι να λογοδοτήσουν. Θέλω τα κεφάλια των υπαρχηγών του κρεμασμένα στον τοίχο μου. Κάψτε κάθε πορνείο, ταβέρνα και αποθήκη που φέρει το σημάδι του. Και φέρτε μου το πτώμα του.»

Ο Ράφεν είχε συγκλονιστεί. Είχε ξανακούσει παρόμοια λόγια στο παρελθόν, μα ποτέ από εκείνη.

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ — ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Κόκκινος Ουρανός, Δόλωμα στο Νερό, Συμφιλίωση

Είχα ρίξει πολλή σκέψη για το πώς ήθελα να πάω στα θυμαράκια. Αλυσοδεμένος σαν το σκυλί στον πάτο του ωκεανού, όμως; Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Για καλή μου τύχη, ο Φέιτ καταφέρνει να ανοίξει την κλειδαριά στα δεσμά μου, λίγο πριν του πέσει το μαχαίρι απ’ το χέρι.

Διώχνω από πάνω μου τις αλυσίδες, διψώντας να πάρω ανάσα. Κοιτάζω τον Φέιτ. Ο κακομοίρης δεν κουνιέται καν. Γραπώνω τον γιακά του και αρχίζω να χτυπιέμαι, για να βγω στην επιφάνεια.

Καθώς ανεβαίνουμε, τα πάντα φωτίζονται από ένα ανοιχτό κόκκινο χρώμα.

Ένα ωστικό κύμα με αναποδογυρίζει. Δίπλα μας βυθίζονται κομμάτια από σίδερο. Πιο πέρα κατεβαίνει ένα κανόνι. Ύστερα, ένα καμμένο κομμάτι από πηδάλιο. Και πτώματα. Ένα πρόσωπο καλυμμένο από τατουάζ με κοιτάζει κατάπληκτο. Και έπειτα, το κομμένο κεφάλι χάνεται αργά, μέσα στα σκοτάδια από κάτω μας.

Κολυμπάω πιο γρήγορα, τα πνευμόνια μου πάνε να σκάσουν.

Ύστερα από ώρα που μοιάζει ατέλειωτη, φτάνω στην επιφάνεια, βήχοντας αλατόνερο και ρουφώντας αέρα. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να αναπνεύσω. Ο καπνός με πνίγει και μου γρατζουνάει τα μάτια. Έχω δει αρκετές πυρκαγιές, αλλά ποτέ μου τέτοιο πράγμα. Λες και κάποιος έβαλε μπουρλότο σ’ ολόκληρο το σύμπαν.

«Που να πάρει και να με σηκώσει...» με ακούω να μουρμουρίζω.

Το πλοίο του Γκάνγκπλανκ έχει χαθεί. Κομματάκια από συντρίμμια που καπνίζουν έχουν σκορπιστεί σ’ όλον τον κόλπο. Φλεγόμενα νησιά από ξύλο καταρρέουν ολόγυρά μας, αφήνοντας ένα σύριγμα καθώς βυθίζονται. Ένα πανί μες τις φλόγες πέφτει ακριβώς μπροστά μας και παρά λίγο να τραβήξει και τους δυο μας για τα καλά. Άντρες που καίγονται πηδούν απελπισμένοι από κομμάτια του ναυαγίου μέσα στο νερό, βάζοντας ένα τέλος στα ουρλιαχτά τους. Μυρίζει λες και έχει έρθει η συντέλεια — θειάφι, στάχτη και θάνατος· καψαλισμένα μαλλιά και λιωμένο δέρμα.

Ελέγχω την κατάσταση που βρίσκεται ο Φέιτ. Παλεύω να τον κρατήσω στην επιφάνεια. Ο τρισκατάρατος είναι πολύ πιο βαρύς απ’ όσο του φαίνεται και, σαν να μην έφτανε αυτό, τα μισά μου πλευρά έχουν σπάσει. Βρίσκω το καψαλισμένο κομμάτι ενός σκαριού εκεί κοντά. Φαίνεται αρκετά στέρεο. Μας τραβάω και τους δυο πάνω του. Δεν θα αντέξει για πολύ, αλλά μας κάνει, για την ώρα.

Για πρώτη φορά, ρίχνω μια προσεκτική ματιά στον Φέιτ. Δεν αναπνέει. Αρχίζω να τον γρονθοκοπώ στο στήθος. Πάνω που αρχίζω να ανησυχώ ότι θα του διαλύσω τα πλευρά, εκείνος ξερνάει όσο αλατόνερο είχε μαζέψει στα πνευμόνια. Αφήνομαι βαριά πάνω στο ξύλο και του κουνάω το κεφάλι, καθώς συνέρχεται.

«Πανίβλακα! Τι γύρισες πίσω;»

Του παίρνει αρκετή ώρα να απαντήσει.

«Είπα να δοκιμάσω και το δικό σου στιλ» μουρμουράει, ψευδίζοντας. «Να δω πώς πάνε τα πράγματα, όταν είσαι ένας ξεροκέφαλος γάιδαρος.» Βγάζει κι άλλο νερό. «Χάλια είναι.»

Λεπιδόψαρα και ακόμα χειρότερα θαλάσσια πλάσματα έχουν αρχίσει να μαζεύονται γύρω μας. Δεν έχω διάθεση να γίνω τροφή κανενός. Μαζεύω τα πόδια μου μακριά απ’ την άκρη.

Ένας πετσοκομμένος ναύτης βγαίνει στην επιφάνεια και γραπώνεται απ’ τη σχεδία μας. Χώνω τη μπότα μου στη μούρη του και τον σπρώχνω μακριά. Ένα χοντρό πλοκάμι τυλίγεται γύρω απ’ τον λαιμό του και τον τραβάει ξανά από κάτω. Τώρα τα ψάρια έχουν να ασχοληθούν με κάτι άλλο.

Πριν ξεμείνουν από φρέσκο κρέας, σπάω μια σανίδα από τη σχεδία μας και τη χρησιμοποιώ για κουπί, για να μας απομακρύνω από το φαγοπότι.

Μου φαίνεται σαν να κάνω κουπί για ώρες. Τα μπράτσα μου είναι βαριά και πονάνε, αλλά δεν κάνω το λάθος να σταματήσω. Αφού έχουμε απομακρυνθεί από τη σφαγή, καταρρέω φαρδύς-πλατύς.

Έχω ξεμείνει τελείως, σαν άδειο φυσίγγι καραμπίνας, καθώς ατενίζω προς τον κόλπο. Είναι βαμμένος κόκκινος απ’ το αίμα του Γκάνγκπλανκ και του πληρώματός του. Δεν βλέπω ούτε έναν επιζώντα.

Πώς γίνεται όμως να αναπνέω εγώ; Μπορεί να ‘μαι ένας απ’ τους πιο τυχερούς άντρες στη Γη των Ρούνων. Ή μπορεί ο Φέιτ να κουβαλάει αρκετή καλοτυχία και για τους δυο μας.

Βλέπω ένα πτώμα να επιπλέει δίπλα μας, κρατώντας κάτι που μου φαίνεται γνωστό. Είναι το μικροκαμωμένο καθίκι του Γκάνγκπλανκ και κρατάει ακόμα το καπέλο του Φέιτ στο χέρι. Του το παίρνω και το πετάω στον Φέιτ. Εκείνος δεν φαίνεται να εκπλήσσεται, λες και ήξερε απ’ την αρχή ότι θα το ξανάβρισκε.

«Μας απομένει μόνο να βρούμε το όπλο σου» λέει.

«Ώστε ψήνεσαι να κατέβεις πάλι εκεί κάτω, ε;» λέω, δείχνοντας προς το νερό.

Το πρόσωπο του Φέιτ παίρνει μια παράξενη, πράσινη απόχρωση.

«Δεν έχουμε ώρα. Όποιος και αν τα έκανε όλα αυτά, άφησε το Μπίλτζγουοτερ χωρίς αρχηγό» τού λέω. «Τα πράγματα θα χειροτερέψουν πολύ, και γρήγορα μάλιστα.»

«Μου λες, δηλαδή, ότι μπορείς να ζήσεις χωρίς το όπλο σου;» ρωτάει.

«Μπορεί και όχι» λέω. «Αλλά ξέρω έναν πολύ καλό οπλουργό στο Πίλτοβερ.»

«Στο Πίλτοβερ...» λέει εκείνος, χαμένος στις σκέψεις του.

«Αυτή την περίοδο ρέει άφθονο χρήμα εκεί πέρα» λέω.

Ο Φέιτ το σκέφτεται καλά για λίγο.

«Χμμ. Δεν είμαι σίγουρος αν σε θέλω πάλι για συνεργάτη· είσαι ακόμα πιο βλάκας από παλιότερα» απαντάει τελικά.

«Δεν πειράζει. Δεν ξέρω και εγώ αν θα ‘θελα συνεργάτη που τον λένε Τουίστεντ Φέιτ. Ποιανού φαεινή ιδέα ήταν αυτή;»

«Τουλάχιστον είναι εκατό φορές καλύτερο απ’ τα πραγματικό μου όνομα» λέει γελώντας το Φέιτ.

«Σωστό αυτό» παραδέχομαι.

Χαμογελάω πλατιά. Νιώθω όπως ένοιωθα τις παλιές, καλές μέρες. Έπειτα παίρνω μια έκφραση σαν άγαλμα και τον κοιτάω κατάματα.

«Να ξέρεις μόνο: Αν πας ποτέ να μ’ αφήσεις πάλι να βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα, θα σου τινάξω το κεφάλι στον αέρα. Χωρίς να σε ρωτήσω τίποτα πρώτα.»

Το γέλιο του Φέιτ σβήνει και με κοιτάει παγερά για μια στιγμή. Ύστερα από λίγο, σκάει ένα χαμόγελο.

«Σύμφωνοι.»

  1. 1
Επίλογος

Επίλογος

Χάος, Ο κατεστραμμένος άντρας, Σκοπός

Το Μπίλτζγουοτερ καταβρόχθιζε τις ίδιες του τις σάρκες. Οι δρόμοι αντηχούσαν από τις στριγκλιές των απελπισμένων και εκείνων που πέθαιναν. Στις ποταπές φτωχογειτονιές έκαιγαν φωτιές που έστελναν μια βροχή από στάχτη σε όλη την πόλη. Ο έλεγχός της είχε χαθεί και κάθε συμμορία πάσχιζε να γεμίσει το κενό εξουσίας που είχε αφήσει πίσω του η πτώση ενός μόνο άντρα. Είχε ξεκινήσει πόλεμος με τη διάδοση τεσσάρων μόνο λέξεων: Ο Γκάνγκπλανκ είναι νεκρός.

Ο κόσμος είχε αρχίσει να κάνει πράξη άγριες φιλοδοξίες και μικρόψυχες έχθρες που σιγόβραζαν για χρόνια ολόκληρα.

Στις αποβάθρες, ένα πλήρωμα φαλαινοθηρών κυνηγούσε έναν ψαρά ανταγωνιστή τους. Τον σούβλισαν με καμάκια και κρέμασαν το πτώμα του από ένα παραγάδι.

Στην υψηλότερη κορυφή του νησιού, παραβιάζονταν ψηλές, πολυτελείς πύλες που έστεκαν υπερήφανες από την ίδρυση του Μπίλτζγουοτερ. Άντρες τραβούσαν έναν τρομοκρατημένο αρχί-συμμορίτη από το κρεβάτι του, με εντολή ενός ανταγωνιστή. Οι αξιοθρήνητες κραυγές του σώπασαν, όταν κάποιος του έλιωσε το κεφάλι πάνω σε ένα μαρμάρινο σκαλί, στο ίδιο του το κατώφλι.

Στην προβλήτα, ένα μέλος των Κόκκινων Μαντιλιών προσπαθούσε να σταματήσει την αιμορραγία στο το κεφάλι του. Κοίταξε πίσω του και δεν είδε ίχνος των διωκτών του. Οι Σπασμένοι Γάντζοι είχαν στραφεί εναντίον των Μαντιλιών. Ο άντρας έπρεπε να γυρίσει στο κρησφύγετό τους, για να προειδοποιήσει τη συμμορία του.

Έστριψε στη γωνία, προτρέποντας με ουρλιαχτά τα αδέλφια του να αρπάξουν τα όπλα τους και να τον ακολουθήσουν στη μάχη. Όμως, η δίψα για αίμα που είχε συγκεντρωθεί στο λαρύγγι του στέγνωσε γρήγορα. Μπροστά από το λημέρι των Κόκκινων Μαντιλιών βρισκόταν μια ομάδα από Γάντζους. Οι λεπίδες τους έσταζαν αίμα. Αρχηγός τους ήταν ένας ξερακιανός νεαρός που δεν είχε καν περάσει την εφηβεία. Το σκαμμένο πρόσωπό του σχημάτισε ένα μοχθηρό χαμόγελο.

Ο άντρας από τα Κόκκινα Μαντίλια μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια τελευταία κατάρα.

Στην άλλη πλευρά του κόλπου, ένας γιατρός προσπαθούσε να εξασκήσει την τέχνη του. Το χρυσό που του είχαν δώσει ήταν υπεραρκετό για να εξασφαλίσει τόσο τις υπηρεσίες του όσο και τη σιωπή του.

Του είχε πάρει μισή ώρα, μόνο και μόνο για να ξεφλουδίσει το μουσκεμένο παλτό από τη σάπια σάρκα που είχε απομείνει στο χέρι του ασθενή του. Αν και ο γιατρός είχε δει πολλά φρικιαστικά τραύματα, ακόμα και εκείνος σάστισε όταν είδε το κατεστραμμένο άκρο. Έκανε μια μικρή παύση, τρέμοντας την αντίδραση που θα προκαλούσαν τα επόμενα λόγια του.

«Λυ— λυπάμαι. Δεν μπορώ να σου σώσω το χέρι.»

Μέσα στις σκιές που έριχνε το φως των κεριών στο δωμάτιο, το αιματοβαμμένο ερείπιο που θύμιζε άντρα μάζεψε τις δυνάμεις του και σηκώθηκε παραπατώντας. Το καλό του χέρι πετάχτηκε σαν μαστίγιο και σφίχτηκε γύρω από τον λαιμό του τρεμάμενου γιατρού. Σήκωσε από το πάτωμα τον χειρούργο αργά και σταθερά, παγιδεύοντάς τον κόντρα στον τοίχο.

Για μια φοβερή στιγμή, ο αγριάνθρωπος έμεινε απαθής και ακίνητος, εξετάζοντας τον άντρα που είχε στη λαβή του. Ύστερα, τον άφησε να πέσει κάτω απότομα.

Χαμένος στον πανικό και τη σύγχυσή του, ο θεραπευτής έβηξε βίαια καθώς η σκιερή μάζα περπάτησε προς το πίσω μέρος του δωματίου. Περνώντας μέσα από το φως που έριχνε το φανάρι του χειρούργου, ο ασθενής άπλωσε το χέρι του προς το πάνω συρτάρι ενός παλιού ερμαρίου. Άνοιξε κάθε συρτάρι, αναζητώντας αυτό που χρειαζόταν. Τελικά σταμάτησε.

«Όλα πρέπει να ‘χουν κάποιον σκοπό» είπε, κοιτάζοντας το σακατεμένο του μπράτσο.

Έβγαλε κάτι από τη θήκη και το πέταξε μπροστά στα πόδια του γιατρού. Εκεί, κάτω από το φως του φαναριού, έλαμπε το καθαρό ατσάλι ενός πριονιού σχεδιασμένο για να κόβει κόκαλα.

«Κόψ’ το» είπε. «Έχω δουλειά να κάνω.»

Μαυραγορίτικες Μονομαχίες

Στο Μπίλτζγουοτερ μπορείς να αγοράσεις τα πάντα

Μετά την καταστροφή του Στοιχήματος Θανάτου, οι γεμάτες λάφυρα αποθήκες του Γκάνγκπλανκ άδειασαν και όσοι ακολουθούσαν τον αιμοβόρο πειρατή τον εγκατέλειψαν.

Αποκτήστε και δαπανήστε Κράκεν, για να προσλάβετε μισθοφόρους και να αναβαθμίσετε τις ικανότητες, την επίθεση ή την άμυνά τους. Όταν τους προσλάβετε, θα αντικαταστήσουν κανονικούς υπηρέτες και θα εμφανίζονται σε κάθε κύμα και στις τρεις λωρίδες για το υπόλοιπο του αγώνα.

Αποκτήστε Κράκεν με διάφορους τρόπους στη διάρκεια του αγώνα.

  • • Ένα Κράκεν ανά εξήντα δευτερόλεπτα
  • • Δύο Κράκεν για κάθε εκτέλεση
  • • Ένα Κράκεν για κάθε βοήθεια
  • • Ένα Κράκεν ανά εκτέλεση επικού τέρατος
  • • Ένα Κράκεν για την εκτέλεση μεγάλου τέρατος στη ζούγκλα του εχθρού

Δαπανήστε Κράκεν για να αναβαθμίσετε τους μισθοφόρους σας, για να βοηθήσετε την ομάδα ή για να εκμεταλλευτείτε αδυναμίες του εχθρού.

  • • Αναβάθμιση ικανοτήτων μισθοφόρων
  • • Βελτίωση επίθεσης μισθοφόρων
  • • Βελτίωση άμυνας μισθοφόρων

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με την καταστροφή ενός ινχίμπιτορ στις Μαυραγορίτικες Μονομαχίες δεν καλούνται ισχυροί υπηρέτες, αλλά ενισχύονται δραματικά όλοι οι υπηρέτες και οι μισθοφόροι στη συγκεκριμένη λωρίδα.

Τύποι μισθοφόρων

Σιδερόραχοι

(Κοντινών Αποστάσεων: Τανκ/Πολιορκία)

Οι αναβαθμίσεις ικανοτήτων παρέχουν ασπίδα, μειωμένη ζημιά από υπηρέτες ή μειωμένη ζημιά από κτίρια.

Οκλόματα

(Από απόσταση: Υποστήριξη)

Οι αναβαθμίσεις ικανοτήτων παρέχουν ασπίδες σε σύμμαχους υπηρέτες, οπτικό πεδίο στην κοντινή ζούγκλα με επιδράσεις μαντικής όρασης και προστασία από ενέδρες.

Πλιατσικάβουρες

(Από Απόσταση: Έλεγχος Περιοχής)

Οι αναβαθμίσεις ικανοτήτων αυξάνουν τον έλεγχο ζώνης, αυξάνουν την Ταχύτητα Επίθεσης και στην τελευταία αναβάθμιση προκαλούν ζημιά σε όλους τους αντίπαλους ήρωες εντός του εύρους της ζώνης.

Λεπιδοπτέρυγοι

(Κοντινών Αποστάσεων: Κυνηγοί Ηρώων)

Οι αναβαθμίσεις ικανοτήτων βοηθούν τους λεπιδοπτέρυγους να κυνηγούν αντίπαλους ήρωες, να προκαλούν Πραγματική Ζημιά και στην τελευταία αναβάθμιση εφορμούν στον εχθρό μαζικά.

Αντικείμενα Μαύρης Αγοράς

Χαμένο κεφάλαιο

Το κεφάλαιο που λείπει από ένα αρχαίο βιβλίο.

Τελετή της Καταστροφής

Γκρεμίζει κτίρια πιο γρήγορα από ποτέ.

Η Ταχύτητα του Ερέβους

Δίνει αυξημένη ταχύτητα, κάθε φορά που οι εχθροί δέχονται χτύπημα από ικανότητα.

Μαγική Πανούκλα

Αυτό το βιβλίο προέρχεται από το Χαμένο Κεφάλαιο και προκαλεί πανούκλα σε εχθρούς που δέχονται χτύπημα από ικανότητα. Η πανούκλα μπορεί να αφαιρεθεί, προκαλώντας επιπλέον ζημιά.

Ελιγμός του Μάρτυρα

Τα τανκ μπορούν να απορροφήσουν για μικρό χρονικό διάστημα τον πόνο ενός σύμμαχου ήρωα, θυσιάζοντας μέρος της ζωής τους αντί του συμμάχου.

Θώρακας του Νεκρού

Αποκτάτε ταχύτητα και ισχύ με αυτήν τη ανθεκτική θωράκιση καθώς τρέχετε και μπορείτε να πέσετε πάνω στους εχθρούς σας και να προκαλέσετε επιπλέον ζημιά.

Σκοτεινή Σφαίρα

Δίνει ασπίδα σε συμμάχους και παρέχει χρυσό για τη διάρκεια.

Μπάλα του Απατεώνα

Δίνει ασπίδα σε συμμάχους και παρέχει χρυσό για τη διάρκεια.

Σφαίρα της Εμπιστοσύνης

Δίνει ασπίδα σε συμμάχους και παρέχει χρυσό για τη διάρκεια.

Νύχια του Τυφώνα

Όταν μονομαχείτε με έναν εχθρό, χρησιμοποιεί περιοδικά επιθέσεις ανεμοστρόβιλου.

Καθρέφτης του Κατεργάρη

Μεταμφιέζει τον κάτοχο σε σύμμαχο ήρωα, για να μπερδέψει τους εχθρούς.

Σαρκοφάγος

Σκοτώστε υπηρέτες μ' αυτό το σπαθί, για να θεραπευτεί ο κάτοχος και να αυξηθεί η ισχύς της λεπίδας.

Ραβδί του Τρεχούμενου Νερού:

Παρέχει αυξημένη ισχύ, όταν πολεμάτε στο ποτάμι, δίνοντας περισσότερη Αναπλήρωση Μάνα και μεγαλύτερη Ταχύτητα Κίνησης.

Νήματα Μαριονέτας

Πετάει νήματα στους στόχους των αυτόματων επιθέσεων που μπορείτε να τραβήξετε, για να βγάλετε εκτός ισορροπίας τους εχθρούς.

Κατοπτρική Λεπίδα

Σημαδεύει στόχους με αυτόματη επίθεση και μετά επιτρέπει μικρής εμβέλειας ταχυμεταφορά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του σημαδεμένου στόχου.

Ενίσχυση Μποτών: Τηλεμεταφορά

Τηλεμεταφέρεστε στη στοχευμένη συμμαχική μονάδα.

ARAM στη Γέφυρα της Σφαγής

Μάχη με τυχαία επιλογή ηρώων στη Γέφυρα της Σφαγής

Η Γέφυρα της Σφαγής είναι μια αρχαία πέτρινη γέφυρα που οδηγούσε στην είσοδο ενός ναού και έχει διατηρηθεί από τύχη. Τώρα συνδέει τις αποβάθρες των σφαγείων με μια απ' τις φτωχογειτονιές του Μπίλτζγουοτερ.

Διαβάστε το dev blog εδώ

Αμφιέσεις της Ιστορίας

750 RP

Μαχαιροβγάλτης Γκρέιβς

Όταν ήταν νέος, ο Μάλκολμ Γκρέιβς έμαθε την αξία της ανθρώπινης ζωής και από τότε άρχισε να χρεώνει περισσότερο τις δολοφονίες.

750 RP

Λωποδύτης Τουίστεντ Φέιτ

Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να καταλάβει ο Τουίστεντ Φέιτ τη σημασία του να 'χεις πάντα έναν άσο (ή ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι) στο μανίκι σου.

975 RP

Καπετάν Φόρτσουν

Καθώς η παλίρροια τυλιγόταν στις φλόγες στην καρδιά του λιμανιού, μια γυναίκα ανέλαβε να μαζέψει τα κομμάτια της κατεστραμμένης πόλης. Αποκτήστε ισχύ ως η νέα καπετάνισσα της πόλης, η άτυπη βασίλισσα του Μπίλτζγουοτερ.

Αμφιέσεις Εμπνευσμένες από το Μπίλτζγουοτερ

750 RP

Κουρσάρος Κουίν

Ψάξτε στον ορίζοντα για άλλα πλοία και σκοτώστε θαλάσσια τέρατα για τον στόλο της σφαγής ως Κουρσάρος Κουίν.

750 RP

Κυνηγός των Θαλασσών Άατροξ

Κυνηγήστε τα άγρια τέρατα της θάλασσας και σφάξτε τα θηράματά σας ως ο Κυνηγός των Θαλασσών Άατροξ.

750 RP

Αποστάτης Ναύαρχος Γκάρεν

Πάρτε τον έλεγχο μιας τερατοθηρικής γαλέρας και δοξάστε τον στόλο της σφαγής ως Αποστάτης Ναύαρχος Γκάρεν.

Πακέτα της Εκδήλωσης

Βετεράνοι του Μπίλτζγουοτερ

Έκπτωση 50%

Καλλιτέχνες και σχεδιαστές εμπνεύστηκαν από τη θεματολογία του Μπίλτζγουοτερ, για να δημιουργήσουν αμφιέσεις από εναλλακτικές ιστορίες της πόλης, πολύ πριν αυτή γίνει το επίκεντρο της πιο πρόσφατης εκδήλωσης του LoL. Προσθέστε αυτές τις κλασικές αμφιέσεις στη συλλογή σας με το πακέτο ευέλικτου κόστους στα 2996 RP (4118 RP αν χρειάζεστε τους ήρωες) έως τις 10 Αυγούστου και ώρα 2:00 PDT. Περιλαμβάνονται οι εξής: Καταρίνα του Μπίλτζγουοτερ, Σουέιν του Μπίλτζγουοτερ, Ραμπλ του Μπίλτζγουοτερ (Παλαιά αμφίεση), Κουρσάρος Φίντλστιξ, Κουρσάρος Τριστάνα και Πειρατής Ράιζ (Παλαιά αμφίεση).

Μις Φόρτσουν, Κυνηγός Επικυρηγμένων

Έκπτωση 25%

Ορμήστε στη δράση με χάρη με το Πακέτο της Κυνηγού Επικηρυγμένων! Αυτό το πακέτο ευέλικτου κόστους έρχεται στα 4547 RP (5139 RP αν χρειάζεστε την Μις Φόρτσουν), θα είναι διαθέσιμο έως τις 10 Αυγούστου και ώρα 2:00 PDT και περιλαμβάνει τις εξής αμφιέσεις: Arcade Μις Φόρτσουν, Μαφιόζα Μις Φόρτσουν, Μις Φόρτσουν Ζαχαρωτό (Παλαιά αμφίεση), Μαχητής Δρόμου Μις Φόρτσουν (Παλαιά αμφίεση), Κατάσκοπος Μις Φόρτσουν, Μις Φόρτσουν η Καουμπόισσα και Μις Φόρτσουν του Βατερλό.

Μάτια και Εικονίδια

Μητέρα των Ερπετών
640 RP

Στόλος της Σφαγής
640 RP

Έμβλημα του Μπίλτζγουοτερ
250 RP

Merch

Συλλεκτικά αντικείμενα

Δώστε ζωή στην εκδήλωση του Μπίλτζγουοτερ με αντικείμενα αντίστοιχης θεματολογίας, όπως φιγούρες, αφίσες, mousepad, αγαλματίδια ηρώων και πολλά άλλα.

Επισκεφτείτε τον ιστότοπο συλλεκτικών αντικειμένων σήμερα!

Ενημερώσεις Ηρώων

Γκάνγκπλανκ

Κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει έναν σκοπό και ο Γκάνγκπλανκ βρήκε ξανά τον δικό του. Διαβάστε περισσότερα για το πώς ο βασιλιάς των πειρατών σχεδιάζει να ανακτήσει το θρόνο του εδώ και δείτε το ενημερωμένο πακέτο αμφιέσεών του!

Διαβάστε το Dev Blog

Μις Φόρτσουν

Οι μικρές αλλαγές στον τρόπο παιχνιδιού της Μις Φόρτσουν, καθώς και η ενημέρωση γραφικών μικρής έκτασης γι' αυτήν είναι τώρα διαθέσιμες. Διαβάστε περισσότερα σχετικά με την ενημέρωση της Κυνηγού Επικυρηγμένων εδώ και δείτε το ενημερωμένο πακέτο αμφιέσεών της.

Διαβάστε το Dev Blog

Ανταμοιβές του Μπίλτζγουοτερ: Πύρινη Παλίρροια

Σε κάθε πράξη, θα επιλέξετε έναν ήρωα για να ακολουθήσετε τις περιπέτειές του

Ολοκληρώστε στόχους για να προχωρήσετε την ιστορία και να ξεκλειδώσετε εικονίδια Επικαλεστή

Ζήστε την ιδιαίτερη ιστορία του Μπίλτζγουοτερ με κάθε στόχο που ολοκληρώνετε

Κάντε κλικ στην εμπειρία ανταμοιβών του Μπίλτζγουοτερ: Πύρινη Παλίρροια μέσα απο το League για να ξεκινήσετε να αποκτάτε ανταμοιβές τώρα!

Boarding Parties

Κάντε ρεσάλτο στις Εκδηλώσεις Kοινότητας

Κάντε ρεσάλτο στις Εκδηλώσεις Kοινότητας

Το Μπίλτζγουοτερ καταλαμβάνει τις Εκδηλώσεις κοινότητας! Για περιορισμένο χρονικό διάστημα μπορείτε να εγγραφείτε στα Boarding Party που είναι προγραμματισμένες σε συγκεκριμένα σημεία στην περιοχή σας, καθώς και διαδικτυακά σε όλο τον κόσμο. Εγγραφείτε σε ένα Boarding Party και αγωνιστείτε μαζί με άλλους τολμηρούς παίκτες στο νέο χάρτη ARAM Γέφυρα της Σφαγής, καθώς και στη νέα λειτουργία παιχνιδιού Μαυραγορίτικες Μονομαχίες.

Χαρτοτεχνίες

Κάντε κλικ παρακάτω για να κατεβάσετε τα πρότυπα και μετά μοιραστείτε τις δημιουργίες σας στο διαδίκτυο με το hashtag: #bilgewater.

Πάρτε μέρος

Πείτε τη δική σας ιστορία με θέμα το Μπίλτζγουοτερ: Πύρινη Παλίρροια εκτυπώνοντας και συναρμολογώντας έναν (από τέσσερις) από αυτούς τους χάρτινους ήρωες.
Κάντε κλικ παρακάτω για να κατεβάσετε τα πρότυπα και μετά μοιραστείτε τις δημιουργίες σας στο διαδίκτυο με το hashtag: #bilgewater.

Γκρέιβς, Τουίστεντ Φέιτ, Γκανγκπλάνκ

Μπίλτζγουοτερ Πύρινη Παλίρροια

Η Μέρα της Κρίσης: Επίλογος

Τη στιγμή που ο Τουίστεντ Φέιτ και ο Γκρέιβς κατορθώνουν να αποδράσουν, το Μπίλτζγουοτερ βυθίζεται στην καταστροφή, καθώς στους δρόμους αντηχούν τα ουρλιαχτά των απελπισμένων και των ετοιμοθάνατων. Ο πόλεμος ξεκίνησε με τέσσερις μόνο λέξεις: Ο Γκάνγκπλανκ είναι νεκρός.